Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Η ελπίδα προς τον Θεό (πλήρες)


Η ελπίδα προς τον Θεό (πλήρες)

Η ακόλουθη διήγηση είναι παρμένη από την ζωή του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου.
Όταν πρωτοϊδρύθηκε το Κοινόβιο του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη, ήταν τόσο φτωχό που συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρηση των Μοναχών.
Ήταν Μέγα Σάββατο απόγευμα.
Περίμεναν να εορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Οι Αδελφοί έψαχναν απελπισμένοι ολόκληρο το μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για τίποτα φαγώσιμο, ούτε συζήτηση πια δεν γινόταν. Μια μικρή προσφορά κοίταζαν να βρουν ξεχασμένη από άλλη φορά, για να μην στερηθούν τη Θεία Κοινωνία. Αδύνατον ν’ ανακαλύψουν. Κι εδώ στέρηση, συλλογίζονταν. Το είπαν στον Γέροντα τους, το όσιο Θεοδόσιο. Τους άκουσε με απόλυτη ηρεμία σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε ξένη περιοχή. Ούτε την ανησυχία τους φαινόταν να συμμερίζεται ο ουράνιος εκείνος άνθρωπος και διαταγή έδωσε να είναι έτοιμο για την νυχτερινή Λειτουργία το Άγιο Βήμα, ακόμη και η τράπεζα για το πασχαλινό γεύμα.
-Μάταιη παρηγοριά, ψιθύρισαν μερικοί.
Ο όσιος έκανε πως δεν άκουσε.
-Μήπως έγινε ασθενέστερος στη δύναμη ή ατονώτερος στο να χορηγεί και σήμερα Εκείνος που έθρεψε με το μάννα ολόκληρο λαό στην έρημο και χόρτασε τόσο πλήθος με πέντε ψωμιά;
Θαύμαζαν οι Μοναχοί την πεποίθηση
του Ηγουμένου του, μα δε κατόρθωσαν να την συμμεριστούν.
Βασίλευε ο ήλιος όταν κτύπησε την πόρτα του Μοναστηριού κάποιος άγνωστος. Μαζί του έφερνε δυο καμήλες φορτωμένες.
-Πήγαινα μια μικρή δωρεά σε κάποια σκήτη λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι σας, εξήγησε στους Αδελφούς. Μα μόλις έφτασα εδώ, τα ζώα μου σταμάτησαν και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να τα κάνω να προχωρήσουν βήμα. Λέγω μήπως θέλει ο Θεός ν’ αφήσω σε σας αυτά τα λίγα τρόφιμα;
Λίγα τρόφιμα! Αυτά έφθασαν ως την Πεντηκοστή και πέρα ακόμη. Ούτε προσφορές έλειπαν για την Θεία Λειτουργία από την ανέλπιστη δωρεά.
-Πολύ μεγάλη η ελπίδα έλεγαν μεταξύ τους οι καλόγεροι του Οσίου Θεοδοσίου κι ευλαβούντο τον Άγιο Γέροντα τους που τον στόλιζε κι αυτή.

Να τι συμβουλεύει τους Μοναχούς ο μεγάλος τους διδάσκαλος ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος.
«Αδελφέ, αν συμβεί ν’ αρρωστήσεις, μη γράφεις ποτέ στους συγγενείς ή τους γνωστούς σου να σου στείλουν φάρμακα ή τρόφιμα. Γιατί μαθαίνεις έτσι να καταφεύγεις στην ανθρώπινη προστασία, σε νεκρή με άλλα λόγια βοήθεια. Στήριξε στον Θεό τις ελπίδες σου. Υπέμενε περιμένοντας το έλεος του να σε κυβερνήσει σε όλα. Εκείνος που επέτρεψε, για ψυχική σου ωφέλεια να αρρωστήσεις να είσαι βέβαιος, πως θα προνοήσει για σένα. Δεν θα επιτρέψει ποτέ, το λέγει η γραφή, να δοκιμάσεις πιο μεγάλο πειρασμό από όσο έχεις δύναμη να σηκώσεις. Φρόντισε λοιπόν ν’ αρέσεις σ’ Αυτόν που μεριμνά για σένα»

Γνώρισα Αδελφό, διηγείται ο ίδιος Εφραίμ που, ενώ αρρώστησε και υπόφερε πολύ, τον ανάγκαζαν οι άλλοι να εργάζεται. Τόση σωματική εξάντληση αισθανότανε που μόνος στο κελί του με πόνο παρακαλούσε το Θεό να του χαρίσει την υγεία του.
-Κύριε μου, έλεγε, γνωρίζω πως η αρρώστια του σώματος μου δόθηκε για θεραπεία της ψυχής μου, αλλά για να μη γίνομαι βάρος στους αδελφούς μου, Σε παρακαλώ, Φιλάνθρωπε θεράπευσε την ψυχή και το σώμα μου.
Κάθε μέρα προσευχόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο κι εργαζόταν σκληρά χωρίς να παραπονιέται. Και ο Θεός που έβλεπε τον ευλαβή Μοναχό να μη χάνει την ελπίδα του, του χάρισε την υγεία του.

Οι Άγιοι, λέγει κάποιος από τους Γέροντες, επειδή έχουν πάντοτε στην καρδιά τους τον Θεόν, και τα εδώ κερδίζουν με την απάθεια και τα εκεί κληρονομούν, διότι κι εκείνα και αυτά στον Θεόν ανήκουν. Αφού λοιπόν κατέχουν τον Θεόν, έχουν και όλα τα δικά Του.
Εκείνοι πάλι που έχουν στην καρδιά τους τον κόσμο, δηλαδή τα αμαρτωλά πάθη, και αν ακόμα κατόρθωσαν να κερδίσουν τον κόσμο ολόκληρο, τίποτα δεν έχουν στην πραγματικότητα, εκτός από τα πάθη που τους εξουσιάζουν.

Αν όντως πιστεύεις πως ο Θεός είναι Παντοδύναμος και αληθινός, λέγει ο Αββάς Ευπρέπιος, στήριξε σ’ αυτόν μόνο την ελπίδα σου και να είσαι βέβαιος πως θα κληρονομήσεις τα αγαθά Του.
Ο Αββάς Μωυσής κάποτε αποφάσισε να κατοικήσει σε μια απρόσιτη σπηλιά, στη ρίζα μιας απότομης προεξοχής του βουνού. Ανέβαινε και συλλογιζόταν:
-Καλά όλα τα’ άλλα, μα που θα βρίσκω νερό σε τούτο τον ξερότοπο;
Το έλεγε και το ξανάλεγε κι άρχισε να κλονίζεται. Τότε άκουσε φωνή να του λέει:
-Προχώρα αμέριμνος και άφησε την φροντίδα σε μένα.
Πήρε θάρρος κι έκανε κατοικία του το σπήλαιο. Ύστερα από λίγο καιρό πήγαν να τον δούν οι συνασκητές του από την σκήτη. Δεν του βρίσκονταν παρά ένα μικρό σταμνί νερό που ξόδεψε να βράσει λίγες φακές για να τους φιλοξενήσει. Άρχισε τότε να στενοχωριέται και με φανερή αδημονία έμπαινε και έβγαινε στο σπήλαιο και παρακαλούσε τον Θεό για νερό.
Ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ένα σύννεφο παρασυρμένο από τον άνεμο πήγε και στάθηκε πάνω από την σπηλιά κι έριξε τόση βροχή όση χρειάστηκε να γεμίσει όλα τα σταμνιά ο Μωυσής
Οι Γέροντες, που δεν τους διέφυγε η αδημονία του, τον ρώτησαν ύστερα από τοα φαγητό:
-Τι είχες πάθει το πρωί και πηγαινοερχόσουν με τόση ανησυχία;
-Έκανα δικαστήριο με τον Θεόν, αποκρίθηκε με αφέλεια ο Αιθίοπας. Του υπενθύμιζα πως είχε αναλάβει τη φροντίδα μου και έπρεπε οπωσδήποτε να μου έβρισκε νερό να πιούν οι δούλοι Του. Και να που ο Αγαθός Δεσπότης αναγκάστηκε να στείλει.

Η ελπίδα προς τον Θεό Β
Κάποιος φιλομόναχος χριστιανός επισκεπτόταν τακτικά τους Γέροντες στην έρημο για να ωφελείται από την διδασκαλία τους. Κάποτε ανακάλυψε ένα πολύ άρρωστο Ερημίτη. Τον λυπήθηκε και θέλησε να του αφήσει όσα χρήματα είχε μαζί του, για τις ανάγκες του.
-Κράτησε τα, Αββά, του έλεγε παρακαλεστικά. Είσαι γέρος και άρρωστος. Δεν μπορείς να εργάζεσαι.
-Εξήντα ολόκληρα χρόνια υποφέρω από τούτη την αρρώστια και με του Θεού τη βοήθεια δε μου έλειψε ποτέ τίποτε. Εκείνος που έχει τη φροντίδα μου αδιάκοπα μου στέλνει πάντα τα αναγκαία. Θέλεις λοιπόν τώρα εσύ, Αδελφέ, να διώξεις τον Τροφέα μου, είπε ο γέρων Ερημίτης και με κανένα τρόπο δε δέχτηκε τα χρήματα.

Εγώ είμαι δούλος, ομολογούσε προς δόξα Θεού, ο Αββάς Σιλουανός, και ο Κύριος μου με προστάζει:
-Εργάσου το έργον μου και εγώ σε διατρέφω. Το πώς, μη ερεύνα.
Αν λοιπόν εργασθώ τρώγω από το μισθό μου, δηλαδή από το έλεος του Θεού.

Κάποιος χριστιανός σ’ ένα χωριό είχε ένα μικρό περιβολάκι. Το καλλιεργούσε και από ότι του απέδιδε, κρατούσε τόσα μόνο, όσα του χρειαζόντουσαν να συντηρήται φτωχικά. Τα υπόλοιπα τα έδινε στους φτωχούς ελεημοσύνη. Μα κάποτε ο διάβολος, για να τον εμποδίσει από το καλό, άρχισε να σπέρνει ζιζάνια στην ψυχή του. Του ψιθύριζε λοιπόν στο νου:
-Βάλε λίγα χρήματα στην άκρη για τα γεράματα σου. Μπορεί να σου έρθει και καμιά αρρώστια και να μην είσαι σε θέση να εργάζεσαι.
Παρασύρθηκε ο άνθρωπος από τους λογισμούς του. Περιόριζε σιγά-σιγά τις ελεημοσύνες του για να κάνει οικονομίες. Με τον καιρό γέμισε ένα μικρό κιούπι με χρυσά νομίσματα. Όταν το έθαψε ικανοποιημένος σ’ ένα λάκκο του περιβολιού του, για να το έχει στα γεράματα του, του ήρθε ξαφνικά βαριά αρρώστια και σάπισε το πόδι του. Ξέθαψε έτσι το κιούπι πολύ γρήγορα για να ξοδεύει τις οικονομίες του σε γιατρούς και φάρμακα, χωρίς ωφέλεια όμως. Το πόδι χειροτέρευε και οι γιατροί πήραν την απόφαση να το κόψουν.
Την παραμονή της ημέρας που ορίστηκε η οδυνηρή εγχείρηση, πήρε κοντά στο κρεβάτι του ο κηπουρός το κιούπι του κι άρχισε να μετρά και να ξαναμετρά τα τελευταία υπολείμματα της οικονομίας του που θα έδινε την επομένη στους γιατρούς για να τον αφήσουν χωρίς πόδι. Είχε τώρα πικρά μετανοήσει που στήριξε πιο πολύ τις ελπίδες του στα χρυσά νομίσματα, παρά στον Κύριο του και τον παρακαλούσε μ’ όλη του την ψυχή να τον συγχωρέσει. Καθώς προσευχόταν κι έκλαιγε παρουσιάστηκε μπροστά του Άγιος Άγγελος.
-Τα χρήματα που σύναξες στερώντας τα από τους φτωχούς, σου χρησίμεψαν σε τίποτα; τον ρώτησε με αυστηρή φωνή.
-Όχι, κύριε μου. Αναγνωρίζω πως έσφαλα. Ω, αν τύχω συγγνώμης, δεν θα ξαναπέσω στο ίδιο σφάλμα. Μόνο η ελπίδα στο Θεό είναι σταθερή και βεβαία, φώναξε ο δυστυχής μ’ όλο τον πόνο της ψυχής του.
Τότε ο αγαθός Άγγελος άγγιξε το πονεμένο πόδι και παρευθύς έγιανε. Το πρωί που πήγαν οι γιατροί με τα χειρουργικά τους εργαλεία να τον ακρωτηριάσουν, τον βρήκαν υγιέστατο να σκάβει το μικρό του περιβόλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου