Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Αυταπάρνηση (πλήρες)


Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο πως δεν είχε βάλει ποτέ κρασί στο στόμα του και το νερό ακόμη το έπινε με μέτρο. Όμως κάποτε, ενώ περπατούσε στην έρημο, βρέθηκε χωρίς να τι θέλει στα λημέρια μιας συμμορίας ληστών που έτυχε την ώρα εκείνη να είναι πεσμένοι όλοι τους στο φαγοπότι. Ο αρχιληστής που γνώριζε τον ερημίτη και ήξερε πως δεν έπινε ποτέ κρασί, του γέμισε το μεγάλο ξύλινο ποτήρι του μέχρι τα χείλια και με το σπαθί γυμνό στο άλλο χέρι τον απείλησε πως θα τον έσφαζε εκείνη τη στιγμή, αν δεν το άδειαζε ως τον πάτο.
-Θα το πιω, είπε άφοβα ο Όσιος, όχι για χατίρι της κεφαλής μου, αλλά πιστεύω ότι χάρη σ’ αυτό θα σ’ ελεήσει ο Θεός και σε αυτόν τον κόσμο και στον άλλο.
Και λέγοντας αυτά άδειασε το ποτήρι.
-Συγχώρησε με, Αββά, είπε μετανοιωμένος για το άσχημο φέρσιμο του ο ληστής. Σου δίνω το λόγο μου πως από σήμερα δεν θα κάνω κακό σε άνθρωπο.
Το ίδιο υποσχεθήκανε και οι άλλοι ληστές. Θυσιάζοντας το θέλημα του ο Άγιος Γέρων για την αγάπη του πλησίον του κέρδισε για τον Χριστό ολόκληρη την συμμορία.

Ένας αξιωματικός του Βυζαντινού στρατού, νέος και ευπαρουσίαστος είχε στενή φιλία με κάποιον πλούσιο άρχοντα. Ο φίλος του τον προσκαλούσε και τον φιλοξενούσε πολύ συχνά στο σπίτι του. Η νεαρή σύζυγος του όμως
κυριευμένη από το πάθος για τον όμορφο μαγιστριανό έπεσε άρρωστη βαριά. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν καμία από τις συνηθισμένες αρρώστιες κι έλεγαν στον άνδρα της πως μάλλον από ψυχική ασθένεια βασανιζόταν. Εκείνος τότε καλοπιάνοντας την, την ανάγκασε να του φανερώσει την αλήθεια.
-Εσύ, του είπε, από καλοσύνη σου φέρνεις στο σπίτι νέους άνδρες κι εγώ, σαν γυναίκα, πέφτω σε παγίδες. Τώρα βασανίζομαι για τον φίλο σου το μαγιστριανό.
Ακούοντας αυτά ο άρχοντας ησύχασε. Βέβαιος για την τιμιότητα του φίλου του, τού αποκάλυψε το μυστικό του σπιτιού του. Ο ευγενής νέος δεν κατηγόρησε τη γυναίκα του φίλου του. Μόνο λυπήθηκε κατάκαρδα που χωρίς να το θέλει προξένησε τόση στενοχώρια.
-Μη λυπάσαι, είπε στον φίλο του, ελπίζω εγώ ο ίδιος αίτιος να διορθώσω το κακό, πολύ γρήγορα μάλιστα.
Την άλλη μέρα πήγε στον μπαρμπέρη και του ζήτησε να του ξυρίσει την κεφαλή και το πρόσωπο ας και τα φρύδια ακόμη. Τυλίχθηκε μ’ ένα φακιόλι και πήγε στο σπίτι του φίλου του άρχοντα. Ζήτησε να δεί την άρρωστη και τον οδήγησαν στο δωμάτιο της. Εκεί ήταν και ο άνδρας της. Μόλις μπήκε μέσα ο αξιωματικός τράβηξε από το πρόσωπο του το κάλυμμα και δείχνοντας την ξυρισμένη κεφαλή του είπε:
-Να πως επέτρεψε ο Θεός να γίνω.
Βλέποντας τόση ασχήμια η νέα γυναίκα αηδίασε κι από τη στιγμή εκείνη απαλλάχθηκε από το πάθος. Ο νέος όμως δεν ξαναπήγε στο σπίτι του φίλου του.

Ένας από τους Γέροντες της σκήτης αρρώστησε κάποτε κι’ επιθύμησε, σαν άνθρωπος, να φάγει λίγο ζεστό ψωμί. Που να βρεθεί όμως τέτοιο πράγμα σ’ εκείνη την έρημο;
Όταν το έμαθε ένας από τους νέους Μοναχούς έβαλε στο δισάκι του όλα τα ξερά ψωμιά που είχε και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Η πόλη απείχε δύο ημερών δρόμο από την έρημο. Ο καλός νέος αψήφησε τον κόπο. Κατέβηκε, άλλαξε τα ψωμιά κι’ επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στη σκήτη.
-Που βρήκες φρέσκο ψωμί; Τον ρωτούσαν με απορία οι αδελφοί
-Στην Αλεξάνδρεια, απαντούσε με πολλή φυσικότητα, σαν να επρόκειτο για το κοντινό χωριό.
Όταν το άκουσε αυτό ο Γέροντας δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το κρατήσει.
-Πώς να το φάγω; Έλεγε. Αυτό είναι το αίμα του αδελφού μου. Οι άλλοι όμως τον ανάγκασαν να το φάει για να μην πάει χαμένη η θυσία του αδελφού.

Ένας Άγιος Ερημίτης βρήκε μια φορά στον δρόμο ένα δυστυχισμένο επιληπτικό, που ούτε να νηστεύει ούτε να προσευχηθεί μπορούσε. Ο Άγιος τον συμπόνεσε και παρακάλεσε τον Θεό να επιτρέψει να μπεί σ’ αυτόν το δαιμόνιο και να ελευθερώσει εκείνον τον δυστυχισμένο. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του κι έκανε ότι του ζήτησε. Όσο λοιπόν το πονηρό πνεύμα τον βασάνιζε, τόσο ο Άγιος διπλασίαζε τη νηστεία και την προσευχή του. Και ο Θεός αμείβοντας την αυταπάρνηση του τον απάλλαξε, ύστερα από λίγο καιρό, από την τυρανία του διαβόλου.
--------------
Αυταπάρνηση Β
Την εποχή που Βάνδαλοι, σαν πραγματική θεομηνία, σάρωναν αλύπητα τις χώρες της Ευρώπης κι άφηναν μόνο ερείπια στο πέρασμα τους, η Ιταλία πέρασε τα πιο πολλά δεινά. Οι ωραίες πόλεις της αφανίζονταν η μία μετά την άλλη. Οι άνθρωποι οδηγούντο, σαν κοπάδια αιχμάλωτοι στα βάθη της Αφρικής.
Τα δύστυχα αυτά χρόνια ο Παυλίνος, ο Επίσκοπος μιας πόλεως της Καμπανίας, εξόδευσε την περιουσία του κι όλα τα χρήματα της Εκκλησίας για την εξαγορά αιχμαλώτων. Το κακό όμως ήταν τόσο μεγάλο, που, αν και έμεινε μόνο με τα ρούχα που φορούσε, ο φιλάνθρωπος Επίσκοπος, δεν μπόρεσε να επαρκέσει για όλους.
Μια μέρα πήγε και τον βρήκε μια φτωχή χήρα με σπαραγμένη καρδιά. Έπιασαν το μοναχογιό της αιχμάλωτο και ζητούσε από τον καλό Επίσκοπο να τον απελευθερώσει. Οι θρήνοι της ράγιζαν και τις πέτρες.
Ο Παυλίνος τη συμπόνεσε, έκλαψε μαζί της. Έψαξε και ξανάψαξε το αδειανό του σπίτι. Απελπισμένος διαπίστωσε πως δεν είχε μείνει πιά τίποτε για να δώσει. Ξαφνικά του ήρθε κάποια έμπνευση.
-Βλέπεις κι εσύ η ίδια, είπε στην πονεμένη μητέρα, πως δεν μου έμεινε πια τίποτα για να ανακουφίσω τη δυστυχία που μας βρήκε για τις αμαρτίες μας. Ότι διαθέτω αυτή τη στιγμή είναι ο εαυτός μου. Ευχαρίστως τον προσφέρω για να πάρεις πίσω το παιδί σου.
Η απαρηγόρητη γυναίκα τα έχασε προς στιγμήν. Νόμιζε πως ο Επίσκοπος ήθελε να την ξεγελάσει και ξέσπασε σε ασυγκράτητο οδυρμό. Ο Παυλίνος της είπε τότε να τον ακολουθήσει. Επήγαν στον βάρβαρο που κρατούσε το γιό της και με μεγάλη ανακούφιση είδε πως κατόρθωσε να κάνει την ανταλλαγή.
Μαζί με πολλούς αιχμαλώτους οδηγήθηκε και ο Παυλίνος στην Αφρική. Όταν έγινε η διανομή αυτόν τον κράτησε στην υπηρεσία του ο γαμπρός του Ηγεμόνα των Βανδάλων και τον έβαλε να καλλιεργεί τον κήπο του.
Με μεγάλη επιμέλεια επιδόθηκε ο Άγιος Επίσκοπος στη δουλειά που του ανέθεσαν να κάνει. Κάθε μέρα έφερνε στο τραπέζι του αφέντη του καλοπεριποιημένα λαχανικά κα φρούτα. Με την καλοσύνη του και την εργαστικότητα του κέρδισε την εκτίμηση του. Συχνά πήγαινε στον κήπο και κουβέντιαζαν μαζί χίλια δύο πράγματα.  Ο βάρβαρος θαύμαζε τη σοφία και την πολυμάθεια του δούλου του. Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε μια στενή φιλία μεταξύ του ξένου αιχμαλώτου και του νεαρού δούκα.
Ύστερα από πολύ καιρό είπε μια μέρα εκεί που συνομιλούσαν στον κύριο του ο Παυλίνος, κάπως αινιγματικά:
-Είναι καιρός να φροντίσεις για την μελλοντική διοίκηση του βασιλείου σας.
-Γιατί το λές αυτό, Παυλίνε; Ρώτησε ο νεαρός δούκας.
Στην αρχή ο Παυλίνος αρνήθηκε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. Ύστερα όμως εξαναγκάσθηκε να του φανερώσει, πως του είχε αποκαλύψει ο Θεός, ότι θα πέθαινε πολύ γρήγορα ο γέρο βασιλιάς. Ο δούκας, αν και δεν το πολυπίστεψε, το είπε στον πενθερό του. Εκείνος πάλι θέλησε από περιέργεια να γνωρίσει αυτόν τον παράξενο άνθρωπο που άκουγε, καθώς έλεγε, τον Θεό να του μιλεί.
-Έλα αύριο να φάμε μαζί το μεσημέρι και θα τον δεις στο τραπέζι μου, του είπε ο γαμπρός του.
Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πήγε στο παλάτι του δούκα. Ο Παυλίνος όπως συνήθιζε πάντοτε, έφερε φρέσκα φρούτα στο τραπέζι. Σαν τον είδε ο βασιλιάς ταράχτηκε.
-Κάποιο μυστήριο κρύβει ο άνθρωπος αυτός, ψιθύρισε στο αυτί του γαμπρού του.
Όταν ο Παυλίνος απομακρύνθηκε, του διηγήθηκε ένα παράξενο όνειρο που είχε δει την περασμένη νύχτα.
-Μου φάνηκε πως με πήγαιναν δεμένο στο κριτήριο, για να δικαστώ τάχα για όλες μου τις πράξεις. Ανάμεσα στους δικαστές μου, που ήσαν πολλοί, βρίσκονταν και τούτος ο άνθρωπος. Έδειχνε πως κατείχε ξεχωριστή θέση, γιατί πρόσταξε να πάρουν το σκήπτρο από τα χέρια μου και με αυτό να με δείρουν. Για ρώτησε τον να σου φανερώσει ποιος είναι. Μα την αλήθεια, δεν μου φαίνεται συνηθισμένος άνθρωπος.
Παραξενεμένος ο δούκας απ’ όσα άκουσε από το στόμα του πενθερού του, πήρε παράμερα τον αιχμάλωτο του κι άρχισε να τον εξετάζει για την πατρίδα και την καταγωγή του.
-Είμαι δούλος του Θεού, έλεγε ο Παυλίνος, που συ δέχτηκες να τον κρατήσεις αντί του γιού της χήρας.
Ο δούκας όμως, δεν ήθελε να πεισθεί. Τον όρκιζε λοιπόν με όρκους φοβερούς να του φανερώσει την αλήθεια. Έτσι ο Παυλίνος αναγκάσθηκε να φανερώσει, πως ήταν Επίσκοπο και πως θεληματικά παραδόθηκε αιχμάλωτος για την αγάπη του πλησίον του. Σαν άκουσε αυτές τις αποκαλύψεις ο κύριος του, τόσο τον ευλαβήθηκε, που έπεσε στη γη και του φιλούσε τα πόδια. Ύστερα τα διηγήθηκε όλα στον βασιλιά και οι δύο μαζί φώναξαν τον Παυλίνο και του είπαν:
-Ζήτησε μας ότι θέλεις, για να σε στείλουμε με πολλά δώρα, όπως σου ταιριάζει, πίσω στην πατρίδα σου, γιατί είναι άπρεπο να κρατάμε εδώ αιχμάλωτο έναν άνθρωπο σαν κι εσένα.
Ο Παυλίνος του ευχαρίστησε για τις καλές τους διαθέσεις, αλλά δεν δέχτηκε να πάρει δώρα.
-Σε τι θα μου χρησιμεύσουν, έλεγε. Αν όμως επιθυμείτε πραγματικά να κάνετε καλό, ελευθερώστε όλους τους συμπατριώτες μου που κρατάτε εδώ αιχμαλώτους.
Οι ηγεμόνες δέχτηκαν ευχαρίστως να κάνουν για χατίρι του αυτή την προσφορά. Έγιναν έρευνες σ’ όλο το βασίλειο, για να βρεθούν οι συμπατριώτες του Παυλίνου. Αφού τους συγκέντρωσαν όλους, τους έστειλαν με πλοία πίσω στην πατρίδα τους μαζί με τον Επίσκοπο τους και με πολλά τρόφιμα και δώρα από τον βασιλιά.
Ύστερα από λίγο καιρό πραγματοποιήθηκε η προφητεία του Παυλίνου. Ο γέρο βασιλιάς πέθανε και τον διαδέχθηκε ο νεαρός δούκας, που σ’ όλη του τη ζωή θυμόταν τον άγιο Επίσκοπο και το φωτεινό παράδειγμα του.

Τον καιρό που οι Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τις επαρχίες της Βορείου Ιταλίας, συνέβη αυτό το περιστατικό.
Έπιασαν αιχμάλωτο ένα Διάκονο και είχαν αποφασίσει να τον βασανίσουν. Ο Σάγκτουλος, ένας χριστιανός Λογγοβάρδος, που οι συμπατριώτες του τον σέβονταν σαν άγιο, για την πολλή του ευλάβεια και την μεγάλη αρετή του, έκανε πολλά διαβήματα στους αρχηγούς, για να σώσει τη ζωή του αιχμαλώτου. Μα δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, εκτός από την χάρη να μείνει αυτός φρουρός κοντά στον μελλοθάνατο, την τελευταία νύχτα.
-Μείνε, τον προειδοποίησε ο Αρχηγός αλλ’ αν ξεφύγει να ξέρεις πως θα βασανιστείς εσύ στην θέση του.
Ο Σάγκτουλος συμφώνησε κι έτσι κάθισε φρουρός. Τα μεσάνυχτα όμως, όταν όλο το στρατόπεδο ήταν βυθισμένο στον ύπνο, ξύπνησε τον Διάκονο και του είπε να φύγει, όσο μπορεί πιο γρήγορα. Του είχε έτοιμο κι ένα γοργό άλογο.
-Αδύνατον, αδελφέ μου, έλεγε ο μελλοθάνατος. Αν εγώ γλυτώσω, εσύ είναι αδύνατον να γλυτώσεις από τα χέρια του. Πως λοιπόν να γίνω αιτία να πεθάνεις μ’ ένα τόσο σκληρό θάνατο;
-Μη σε μέλλει για μένα, έλεγε από την άλλη μεριά ο Σάγκτουλος. Ο Θεός θα με σκεπάσει. Έτσι τον έπεισε να φύγει.
Την άλλη μέρα, οι Λογγοβάρδοι ζήτησαν τον αιχμάλωτο.
-΄Εφυγε, τους είπε με απάθεια ο φρουρός του.
-Κι εσύ θα ξέρεις βέβαια πολύ καλά τον τρόπο.
-Ναι αποκρίθηκε, θαρρετά ο Σάγκτουλος.
-Επειδή είσαι καλός άνθρωπος, δεν θέλω να σε βασανίσω, είπε ο αρχηγός που θαύμαζε, χωρίς να το δείχνει, το θάρρος του. Διάλεξε μόνος σου τον τρόπο που προτιμάς να πεθάνεις.
-Είμαι στα χέρια του Θεού, αποκρίθηκε ατάραχος ο χριστιανός στρατιώτης. Τον θάνατο που θα παραχωρήσει Εκείνος, θα τον δεχτώ με ευχαρίστηση.
Τελικά αποφάσισαν να του κόψουν με πέλεκυ την κεφαλή του κι ανέθεσαν την δουλειά αυτή σ’ ένα μεγαλόσωμο και χειροδύναμο στρατιώτη.
Ο Σάγκτουλος γονάτισε, είπε την προσευχή του κι έσκυψε καρτερικά το κεφάλι να δεχθεί το χτύπημα. Η ψυχή του αναγάλλιαζε στην σκέψη πως σε λίγο θα βρισκόταν κοντά στον Χριστό.
Ο δήμιος σήκωσε ορμητικά τον φονικό πέλεκυ για να ξεμπερδέψει μια και καλή μ’ αυτή την δουλειά. Τα χέρια του όμως έμειναν ακίνητα στον αέρα, σαν να τα έσφιγγε μυστηριώδης δύναμη. Ένοιωσε πόνους φοβερούς κι άρχισε να μουγγρίζει σαν πληγωμένο θηρίο. Οι άλλοι γύρω τρόμαξαν.
-Τι πάμε να κάνουμε, έλεγαν μεταξύ τους, να τα βάλουμε με τον άγιο αυτόν άνθρωπο, που έχει τον Θεό μαζί του;
Άρχισαν λοιπόν να παρακαλούν τον Σάγκτουλο, που έμενε ακόμα με το κεφάλι γερμένο, να γιατρέψει τον στρατιώτη, που εξακολουθούσε να φωνάζει με τα χέρια κρατημένα ψηλά.
-Δεν μπορώ να ζητήσω τέτοια χάρη γι’ αυτόν απο τον Κύριο μου, αν δεν μου υποσχεθεί πρώτα πως δεν θα ξανασηκώσει το χέρι του για να κτυπήσει χριστιανό, είπε ο Σάγκτουλος.
-Υπόσχομαι, φώναξε ο στρατιώτης τρέμοντας από τον φόβο του.
-Κατέβασε λοιπόν τα χέρια σου, πρόσταξε ο δούλος του Θεού.
Με τον λόγο, τα χέρια του παρευθύς κινήθηκαν για να πετάξουν πρώτα μακριά το φονικό όργανο.
Κατάπληκτοι οι Λογγοβάρδοι για όσα έγιναν εκείνο το πρωί μπροστά στα μάτια τους, χάρισαν την ζωή στον Σάγκτουλο, που έγινε από τότε ιεραπόστολος ανάμεσα τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου