Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Ελεημοσύνη (πλήρες)


Ελεημοσύνη πλήρες
Ο Μαρκιανός ήταν ιερεύς στην Κωνσταντινούπολη, αγιότατος άνθρωπος. Ανάμεσα στις άλλες αρετές του που τον στόλιζαν υπερείχαν η ακτημοσύνη και η ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός.
Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα από κάθε γήινο αγαθό, ο Μαρκιανός δεν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, ούτε δεύτερο ένδυμα. Όταν οι γνωστοί του τού χάριζαν κάτι, το έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό, που θα συναντούσε στον δρόμο του.
Την Κυριακή πού θα γινότανε τα εγκαίνια της Εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας, που ήταν ενορία του, έφυγε ξημερώματα από την φτωχή καμαρούλα του να ετοιμάσει το Άγιο Βήμα. Θα λειτουργούσε ο Πατριάρχης με άλλους Αρχιερείς. Θα πήγαινε και ο Αυτοκράτωρ με όλους τους άρχοντας του στα εγκαίνια.
Σαν έφτασε στην Αγία Αναστασία και ήταν έτοιμος ν’ ανοίξει την εξώθυρα του μεγαλοπρεπέστατου ναού, που αυτός ο ίδιος με την απαράμιλλη δραστηριότητα του είχε ανακαινίσει, τον πλησίασε ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, γυμνός, μελανιασμένος από το κρύο. Έδειχνε να υποφέρει πολύ. Άπλωσε διστακτικά το χέρι να του γυρέψει ελεημοσύνη. Ο Μαρκιανός έψαξε στις τσέπες του. Αλλά, συνηθισμένο πράγμα σ’ αυτόν, δεν βρήκε χρήματα. Έπρεπε όμως κάτι να δώσει σ’ εκείνον τον δυστυχή και μάλιστα χρήσιμο. Του ράγισε η καρδιά η γύμνια του, το τρεμούλιασμα του
. Ο φιλάνθρωπος ιερεύς πήρε την απόφαση του. Θα του έδινε τα ρούχα του. Δεύτερα δεν είχε, αλλά αυτό δεν τον πείραζε. Τώρα θα φορούσε τα ιερατικά του, αφού έπαιρνε μέρος στην Λειτουργία. Πήγε στο σκευοφυλάκιο, φόρεσε τα άμφια του και όλα τα ρούχα τα έδωσε στο φτωχό. Εκείνος έμεινε με το στόμα ανοικτό μπροστά σε τόση καλοσύνη.
Ήλθαν στο μεταξύ και οι άλλοι κληρικοί με τον Πατριάρχη και άρχισε η Θ. Λειτουργία. Μα κάτι παράδοξο συνέβαινε εκείνη την ημέρα. Τα βλέμματα του εκκλησιάσματος, από του Αυτοκράτορα ως του τελευταίου πιστού είχαν καρφωθεί στο Μαρκιανό. Το ίδιο και των κληρικών, μέσα στο Άγιο Βήμα. Δυο μάλιστα απ’ αυτούς είχαν αρχίσει να σιγοψιθυρίζουν τις επικρίσεις τους.
-Που βρήκε άραγε τη χρυσοΰφαντη στολή; Αυτός δεν είχε π[οτέ του χρήματα. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται.
-Δεν βαριέσαι… Υποκρισίες. Κοίταξε, αδελφέ μου, και με διαμάντια στολισμένη. Αϊ, αυτό καταντά σκάνδαλο.
Όταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκε με το Άγιο Ποτήριο να κοινωνήσει τον κόσμο ο Μαρκιανός, ένας ψίθυρος θαυμασμού ακούστηκε από τα χείλη όλων. Η Εκκλησία άστραψε από το φεγγοβόλημα των αμφίων του.
Ένας ανώτερος κληρικός πλησίασε τότε τον Πατριάρχη με φανερή αγανάκτηση και του είπε:
-Δεν πρέπει η αγιοσύνη σου, Δέσποτα, να παραλείψει να συστήσει μετριότητα σ’ αυτόν τον άσημο κληρικό. Τέτοια στολή ταιριάζει μόνο στον βασιλέα.
Ο αγαθός γέρο-Πατριάρχης άρχισε να στεναχωριέται με τις διαμαρτυρίες του ιερατείου του. Είχε φυσικά και ο ίδιος απορήσει με την πρωτοφανή πολυτέλεια των αμφίων που φόρεσε –έτσι τουλάχιστον νόμιζε- για την πανήγυρι ο Μαρκιανός. Τον γνώριζε όμως πολύ καλά για να τον χαρακτηρίσει ματαιόδοξο. Ως τόσο, αποφάσισε να του κάνει λόγο γι’ αυτό. Ευθύς λοιπόν μετά την απόλυση και προτού ακόμη βγάλουν και δύο τα ιερατικά, φώναξε τον Μαρκιανό στο σκευοφυλάκιο.
-Που βρήκες τη στολή αυτή, Μαρκιανέ; Τον ρώτησε σε τόνο αυστηρό. Θα έλεγε κανείς, πως πήρες την απόφαση να συναγωνιστείς σε πολυτέλεια τον Αυτοκράτορα. Ο ιερεύς πρέπει να είναι μέτριος στην εμφάνιση του, για να μην σκανδαλίζει το λαό και μάλιστα τις πτωχότερες τάξεις.
Ο ιερεύς έριξε πρώτα ένα φευγαλέο βλέμμα στα φτωχικά λινά του άμφια, τα μοναδικά που είχε για να ιερουργεί. Έπειτα κοίταξε με απορία τον Επίσκοπο του.
-Για ποια στολή ομιλεί η αγιοσύνη σου, Δέσποτα; Αν πρόκειται γι’ αυτή που φορώ, είναι η ίδια που πήρα από τα χέρια σου, όταν πριν από είκοσι πέντε χρόνια με χειροτόνησες Πρεσβύτερο.
Ο Πατριάρχης συνοφρυώθηκε. Αϊ, ήταν πάρα πολύ να προσπαθεί να τον ξεγελάσει μπροστά στα μάτια του.
-Και αυτή εδώ, του φώναξε, παίρνοντας στα χέρια του το φελόνι.
Τότε παρατήρησε πως κάτω από τα άμφια του ο μαρκιανός ήταν γυμνός κι εκείνη η πολύτιμη στολή που είχε προκαλέσει τόσο θαυμασμό και θόρυβο δεν ήταν άλλη από τη συνηθισμένη, που τόσα χρόνια τον έβλεπε να λειτουργεί.
-Ποιος σε γύμνωσε Μαρκιανέ; Ρώτησε έκπληκτος ο Πατριάρχης.
Ο άξιος λειτουργός του Υψίστου ήρε στα χέρια του το Άγιο Ευαγγέλιο, που μόλις προ ολίγου είχε τοποθετήσει στην θήκη του και το έδειξε στον Αρχιερέα.
-Αυτό με γύμνωσε, άγιε Δέσποτα.
Κατασυγκινημένος ο γέρο-Πετράρχης έσφιξε στην αγκαλιά του τον Μαρκιανό και φιλώντας τον πατρικά του έλεγε:
Ω, αν όλοι οι ιερείς σε μιμούντο, τέκνον μου, δεν θα είχαμε ανάγκη εκκλησιαστικών ρητόρων. Θα κήρυττε το φωτεινό τους παράδειγμα.

Διηγούνται ακόμη για τον Άγιο Μαρκιανό –γιατί αγίασε ο καλός εκείνος ιερεύς της Αγίας Αναστασίας- ότι τις νύχτες γύριζε στις φτωχές συνοικίες της πόλεως και περιμάζευε τους εγκαταλειμμένους νεκρούς. Τους έπλενε με τα χέρια του, τους σαβάνωνε και τους πήγαινε στην εκκλησία για να τους διαβάσει και να τους θάψει το άλλο πρωί. Και είχε αποκτήσει τη συνήθεια να μην αφήνει μόνο στην εκκλησία το νεκρό προτού τον ασπασθεί.
Κάποτε λοιπόν έγινε αυτό το παράδοξο. Ο νεκρός ήταν ένας πολυβασανισμένος γέρος, χτυπημένος από την ζωή. Έμοιαζε σαν να είχε αντικρίσει με ανακούφιση το θάνατο. Ο Άγιος Μαρκιανός τον περιποιήθηκε μ’ όλη του την καρδιά, λες και ένοιωθε ο νεκρός. Τέλος τον τοποθέτησε, όπως όλους, στο νεκροκρέβατο στο νάρθηκα της εκκλησίας. Έτοιμοα να φύγει πιά, γυρίζει στο νεκρό και του λέει:
-Έλα, αδελφέ μου, να φιληθούμε, σαν παιδιά του Χριστού.
Κι ο νεκρός με ευγνωμοσύνη, υπακούοντας στην πρόσκληση του ευεργέτη του, ανακάθισε στο φέρετρο, αντάλλαξε μαζί του αδελφικό ασπασμό κι έγειρε πάλι για τον αιώνιο ύπνο του. Ό Άγιος βγήκε αθόρυβα από την εκκλησία σαν να είχε συμβεί το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
Μα κάποιος άλλος ιερεύς που έτυχε να βρίσκεται την ώρα εκείνη στην εκκλησία, παρακολούθησε αθέατος την εκπληκτική σκηνή κι έτσι από στόμα σε στόμα διαδόθηκε σ’ ολόκληρη την πόλη.
Ελεημοσύνη Β
Μια χειμωνιάτικη μέρα που το κρύο ήταν τσουχτερό ο Αββάς Νισθερώ έβαλε πάνω από το συνηθισμένο του φόρεμα, ένα χοντρό σάκκο, για να πάει στην Εκκλησία. Ένας άλλος Ερημίτης, που τον συνάντησε στον δρόμο, τον ρώτησε πειραχτικά:
-Αν έρθει τώρα ένας φτωχός, Αββά, και ζητήσει ένα ρούχο, ποιο από τα δύο θα του δώσεις;
-Τι πιο ζεστό, αποκρίθηκε ο Γέρων.
-Κι αν πιο πέρα σε δει και δεύτερος και σου ζητήσει.
-Θα του δώσω ευχαρίστως και το άλλο και θα γυρίσω πίσω στο κελί μου, έως ότου στείλει ο Κύριος μου να με σκεπάσει, είπε γεμάτος εμπιστοσύνη στο Θεό ο Άγιος Γέροντας.

Ένας Άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβα, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβα του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ότι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στεναχωρημένος στο Γέροντα:
-Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι από δώ και πέρα μοίραζε από τα δικά σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα γρήγορα θα πεινάσουμε και οι δυό.
Ο αγαθός Γέροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να πεί τίποτε κι εξακολούθησε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά πληθύνονταν.
Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε στον Γέροντα του και τον παρακάλεσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετεί. Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο απαραίτητος φτωχός. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.
-Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, ποτυ έκανε πως δεν είδε τον μορφασμό του.
-Μου φαίνεται πως δεν έχουμε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωνακτά ο υποτακτικός, για να τον ακούσει ο ζητιάνος.
-Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.
Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελλαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια!
Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον Άγιο Γέροντα του κι έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζει του φτωχούς.

Ένας καλό ιερεύς κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και του μοίραζε τα χρήματα που μάζευε το «κιβώτιο των πτωχών».
Μια Κυριακή πήγε μια γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα και με ύφος κακομοίρικο. Ο Ιερεύς τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερεύς σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα τις έδινε λίγα, για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και της έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο και η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.
Σαν ευλαβής που ήταν κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία που φαινότανε καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπόφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει για της δίνουν ευκολότερα.

Ο Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, παρεκάλεσε τον Όσιο Παμβώ να του πει ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σ’ όλη του τη ζωή.
-Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να έχεις παρρησία στο Θεό, του είπε ο άγιος Γέρων.

Όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, συμβουλεύει ο Αββάς Ησαΐας, μη τον φωνάξεις να σε βοηθήσει στη δουλειά σου, για να μην χάσεις το μισθό της ευεργεσίας.

Ό Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη. Όχι μόνον δια τηε ελεημοσύνης που γίνεται με χρήματα φαίνεται η διάθεση της αγάπης, αλλά πολύ περισσότερο με το να μεταδίδεις στον άλλον λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση. Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθεί από τον κόσμο κι εξυπηρετεί τον πλησίον του με ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγεί από τα πάθη και θα γίνει συμμέτοχος της θείας αγάπης και γνώσεως. Εκείνος που αγαπά τον Θεόν, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί να κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεόν και δίδει με προθυμία ελεημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη.

Όποιος ελεεί τον αδελφό του, λέγει κάποιος πατήρ. Πρέπει να το κάνει σαν να ελεεί τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτή η ελεημοσύνη πλησιάζει τον άνθρωπο προς τον Θεόν.
Ελεημοσύνη Γ
Υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε ένας Γέροντας, που ενώ είναι πρόθυμοι να δίνουν ελεημοσύνη στους πτωχούς, ο πονηρός τους κάνει να ακριβολογούν στα ελάχιστα, για να τους αφαιρεί το μισθό της αγαθοεργίας.
Έτυχε να επισκεφτώ κάποτε ένα φίλο μου ιερέα, την ημέρα που μοίραζε ελεημοσύνη στους πτωχούς της ενορίας του. Ήρθε κατά σύμπτωση μια πτωχή χήρα και παρακάλεσε να της δώσει λίγο σιτάρι.
-Φέρε το σακούλι σου να σου βάλω, της είπε ο ιερεύς.
Η γυναίκα το έφερε.
-Πολύ μεγάλο είναι, ευλογημένη, της είπε κάπως απότομα ο φίλος μου.
Εκείνη έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της, ίσως γιατί ήταν κι ένας ξένος μπροστά σε αυτήν την προσβολή. Σαν έφυγε ρώτησα τον φίλο μου:
-Δε μου λες Πάτερ, το πούλησες στη γυναίκα το σιτάρι;
-Όχι το χάρισα, είναι από τις ελεημοσύνες.
-Αφού  λοιπόν ήταν ελεημοσύνη, του είπα, ποια η ανάγκη ν’ ακριβοεξετάζεις  το μέτρο και να λυπήσεις τη φτωχή; Μη ξεχνάς τα λόγια του μακαρίου Παύλου, «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός».

Ο Αββάς Τιμόθεος, ο νέος Πρεσβύτερος της σκήτης, είπε μια μέρα που συζητούσε με τον Όσιο Ποιμένα για μια γνωστή του γυναίκα στην Αλεξάνδρεια που πόρνευε και το μισθό τον έδινε ελεημοσύνη.
-Ο Θεός θα την ελεήσει και τελικά θα σωθεί, είπε ο Όσιος.
Ύστερα από λίγο καιρό ανέβηκε στη σκήτη η μητέρα του Αββά Τιμοθέου να δει τον γιό της. Εκείνος τότε τη ρώτησε για την αμαρτωλή γυναίκα.
-Εξακολουθεί δυστυχώς την ίδια ζωή, του είπε εκείνη, η πελατεία της έχει πολύ αυξηθεί, αλλά και αυτή έχει υπερβολικά αυξήσει τις ελεημοσύνες της.
Ο Αββάς Τιμόθεος το ανέφερε στον όσιο Ποιμένα.
-Να είσαι βέβαιος πως οι ελεημοσύνες της, θα την σώσουν, είπε πάλι ο Όσιος.
Όταν ύστερα από πολλούς μήνες ξαναπήγε στη σκήτη για δουλειά η μητέρα του Τιμοθέου, του είπε πως η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα την είχε παρακαλέσει να την έπαιρνε μαζί της. Ήθελε να ζητήσει από τους Γέροντες να προσευχηθούν για την ψυχή της.
Ο Αββάς Τιμόθεος τα είπε όλα αυτά στον Όσιο Ποιμένα. Εκείνος τον συμβούλεψε να πάει ο ίδιος στην πόλη να την φέρει στον ίσιο δρόμο. Ο Πρεσβύτερος υπάκουσε και με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος έφερε την παραστρατημένη γυναίκα σε μετάνοια.

Ένας μαγιστριανός πήγαινε μαζί με τον υπασπιστή του σε κάποια εμπιστευτική αποστολή. Καθώς περνούσαν τρέχοντας πάνω στα γρήγορα άλογα τους, σ’ ένα δρόμο ερημικό σκόνταψαν πάνω σ’ ένα πτώμα ολόγυμνο που κείτονταν καταμεσής του δρόμου.
-Ο δυστυχισμένος σίγουρα θα έχει πέσει θύμα ληστών που λυμαίνονται τούτα τα μέρη, είπε ο αξιωματικός.
Αψηφώντας κάθε κίνδυνο που κι ο ίδιος διέτρεχε, όσο αργοπορούσε στ’ άγρια εκείνα μέρη, κατέβηκε από τα’ άλογο, έβγαλε τη χλαίνα του και τύλιξε το γυμνό αιμόφυρτο σώμα. Ύστερα άνοιξε ένα πρόχειρο τάφο με τη βοήθεια του συντρόφου του κι έθαψε τον άγνωστο. Όταν τελείωσε όλη εκείνη η διαδικασία, ανέβηκε στ’ άλογο ο ευγενής νέος να συνεχίσει το ταξίδι του. Είχε όμως αρκετά καθυστερήσει και κινδύνευε να νυχτωθεί στην έρημο. Σπιρούνιζε λοιπόν το ζώο και κάλπαζε ασυλλόγιστα. Ξαφνικά εκείνο αφήνιασε και τον πέταξε κάτω. Αναίσθητο σχεδόν από το φοβερό χτύπημα τον μετέφερε ο υπασπιστής του στο πιο κοντινό χάνι και φώναξε αμέσως ένα γιατρό.
Ο μαγιστριανός είχε σπάσει το δεξί του πόδι και υπέφερε φοβερά. Την άλλη μέρα η κατάσταση του χειροτέρεψε. Το πόδι μελάνιασε ολόκληρο και οι πόνοι έγιναν αφόρητοι. Όσοι ειδικοί τον είδαν, είπαν πως έπρεπε χωρίς αναβολή να κοπεί. Δεν έπαιρνε θεραπεία γιατί είχε αρχίσει ήδη να σαπίζει. Την επομένη θα του το έκοβαν οριστικά.
Την νύχτα ο νεαρός αξιωματικός δε μπορούσε να κλείσει μάτι από τους πόνους και την θλίψη του. Έκλαιγε τη συμφορά του και βογκούσε απελπιστικά. Θα είχαν φτάσει τα μεσάνυχτα, όταν είδε ξαφνικά ν’ ανοίγει μ’ ένα ελαφρό τρίξιμο η πόρτα του δωματίου και να μπαίνει μέσα κάποιος άγνωστος νέος. Πλησίασε το κρεβάτι του.
-Τι έχεις και βογκάς; Τον ρώτησε με πολλή συμπάθεια.
-Τι θέλετε να κάνω κύριε; Είπε με πολύ κόπο ο άρρωστος, νομίζοντας πως ήταν κανένας από τους νυκτερινούς πελάτες του πανδοχείου που είχε ακούσει τα βογκητά του. Το πρωί θα μου κόψουν το πόδι οι γιατροί.
-Δείξε μου το χτύπημα σου.
Ο νέος έδειξε το πόδι του. Ο άγνωστος τότε με μεγάλη επιτηδειότητα έλυσε τους επιδέσμους. Το έτριψε απαλά με το χέρι του και είπε στον άρρωστο να σηκωθεί και να περπατήσει.
-Τι μου λέτε, άρχισε να διαμαρτύρεται εκείνος. Δεν βλέπετε πως είναι εντελώς σπασμένο και δεν επιδέχεται θεραπεία; Σας είπα πως θα το κόψουν το πρωί.
-Στηρίξου επάνω μου και περπάτησε, είπε με επιμονή ο άγνωστος, δεν έχεις τίποτε.
Ο άρρωστος τότε πιάστηκε από το χέρι, που του άπλωσε ο παράξενος νυχτερινός επισκέπτης. Κατέβηκε με ευκολία από το κρεβάτι και σαν τρελός από την χαρά του, άρχισε να πηγαίνει πέρα-δώθε στο δωμάτιο, χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Ούτε πόνο δεν ένοιωθε.
-Είδες λοιπόν που θεραπεύτηκες εντελώς; Πλάγιασε τώρα να κοιμηθείς και μη στενοχωριέσαι πιά, του είπε ο άγνωστος και του έδωσε το χέρι να τον αποχαιρετίσει.
-Φεύγετε κύριε; Ρώτησε ο μαγιστριανός.
-Τι άλλο θέλεις από μένα; Τώρα είσαι καλά.
-Για τα’ όνομα του Παντοδύναμου Θεού, που σε οδήγησε ως εδώ, πες μου ποιος είσαι; Φώναξε γεμάτος συγκίνηση ο νέος.
-Κοίταξε με καλά. Δεν με αναγνωρίζεις;
-Όχι έγνεψε ο αξιωματικός.
-Μήπως γνωρίζεις τούτη τη χλαίνα;
Ο νέος έμεινε άναυδος από την έκπληξη.
-Είναι δική μου, ψιθύρισε σαν συνήλθε.
-Είμαι εκείνος που με σκέπασες με τη χλαίνα σου. Ο Θεός μ’ έστειλε εδώ να σε γιατρέψω. Εκείνον να ευγνωμονείς σ’ όλη σου τη ζωή. Και λέγοντα αυτά έγινε άφαντος.
Το πρωί που ήλθαν οι γιατροί για την εγχείρηση βρήκαν τον μαγιστριανό έοιμο για ταξίδι. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Αναγκάστηκαν όμως να παραδεχτούν το θαύμα. Από τότε ο ευγενής αξιωματικός έγινε πιο θερμός στην πίστη και δεν έπαυε σ’ όλο το διάστημα της ζωής του να ελεεί ζωντανούς και πεθαμένους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου