Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Ο Ευλόγιος



Ο Αββάς Δανιήλ ο Πρεσβύτερος της σκήτης, πολύ γέρος πιά, διηγούνταν στους Αδελφούς διάφορα ανέκδοτα από την ζωή του. Κάποτε τους είπε και αυτήν την διδακτική ιστορία.
Όταν πολύ νέος και άπειρος πρωτοβγήκα στην έρημο για να σώσω την ψυχή του, έμεινα σε μια καλύβα μοναχική στην άνω Θηβαΐδα. Μια φορά το μήνα κατέβαινα στο πιο κοντινό κεφαλοχώρι για να πουλώ το εργόχειρο μου και να προμηθεύομαι το ψωμάκι μου.
Στα χέρσα χωράφια, πολύ έξω από το χωριό, είχε στήσει την καλύβα του κι ένας λατόμος. Ζούσε ολομόναχος, αφοσιωμένος στη δουλειά του. Ο Ευλόγιος, έτσι τον έλεγαν, παρ’ όλη τη φτώχια του, -ένα ευτελέστατο ημερομίσθιο έπαιρνε από την κοπιαστική του εργασία- ήταν ελεήμων και φιλόξενος. Κάθε βράδυ, όταν σχολούσε, κατέβαινε στο χωριό, αγόραζε λίγα τρόφιμα και ύστερα πήγαινε στο δημόσιο δρόμο. Στεκότανε και περίμενε νε δεί ποιος ξένος διαβάτης και μάλιστα φτωχός δεν είχε που να πάει, για να τον προσκαλέσει στο φτωχικό του να τον φιλοξενήσει. Έπρεπε απαραιτήτως να πλύνει τα πόδια του ξένου του, να του στρώσει τραπέζι και να του παραχωρήσει το στρώμα του. Ο ίδιος τότε έπεφτε σ’ ένα σωρό άχυρα που φύλαγε γι’ αυτή τη δουλειά. Έτρωγε μόνο το βράδυ ότι είχε περισσεύσει από τον ξένο. Αν του έμενε κανένα κομμάτι ψωμί, το φύλαγε στο ταγάρι του για να ταΐσει την άλλη μέρα τα’ αδέσποτα σκυλιά που είχαν κι θέση στην καρδιά του. Οι πιο συνηθισμένοι ξένοι του ήσαν οι ερημίτες που κατέβαιναν
στην πολιτεία να πουλήσουν τα εργόχειρα τους. Αυτούς τους δεχότανε με ξεχωριστή αγάπη. Ένοιωθε τόση ικανοποίηση, όταν πρόσφερε τις περιποιήσεις του, που θα έλεγε κανείς πως στα πρόσωπα τους έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό.
Έτυχε να φιλοξενηθώ κι εγώ πολλές φορές στην καλύβα του Ευλόγιου. Θαύμαζα την καλοσύνη και την ταπεινότητα του κι έλεγα στον εαυτό μου. Αν ο Ευλόγιος ήταν πλούσιος, θα έκανε πολλά καλά στον κόσμο, αφού τώρα, με τόση φτώχια, είναι τόσο γενναιόδωρος. Και σαν άπειρος που ήμουν, αποφάσισα να ζητήσω μ’ επιμονή από τον Θεό τη χάρη να δώσει πλούτη στον αγαθό λατόμο. Έμεινα νηστικός τρείς συνεχείς εβδομάδες και στο διάστημα αυτό έκανε θερμή προσευχή για τον Ευλόγιο. Ύστερα, εξαντλημένος εντελώς από την ασιτία, έπεσα σχεδόν χωρίς πνοή στην ψάθα μου και βυθίστηκα σε ένα λήθαργο. Τότε ένοιωσα να με πλησιάζει ένας νέος ιεροπρεπής και να με ρωτά με συμπάθεια, γιατί ήμουν τόσο εξαντλημένος.
-Έταξα στο Θεό, αποκρίθηκα, να μην βάλω τροφή στο στόμα μου, έως ότου δεχθεί την προσευχή μου και δώσει στον Ευλόγιο πολλά αγαθά, να κάνει ελεημοσύνες.
-Δεν είναι σωστό αυτό που ζητάς, γιατί θα του βλάψει την ψυχή, είπε εκείνος. Όπως βρίσκεται τώρα είναι πολύ καλά.
-Όχι, αντιλόγησα εγώ. Αν αποκτήσει πολλά, θα δίνει και πολλά.
-Δίνεις εγγύηση για την ψυχή του;
-Ναι, Κύριε, φώναξα τότε. Ευλόγησε τ’ αγαθά του κι από τα χέρια μου ν’ απαιτήσεις την ψυχή του.
Είχα ξεστομίσει λόγο βαρύ. Μου φάνηκε ξαφνικά πως βρέθηκα στα Ιεροσόλυμα, στο ναό της Αναστάσεως, και είδα τον ίδιο ιεροπρεπή νέο καθισμένο επάνω στην πλάκα του Αγίου Τάφου. Δεξιά του στεκόταν ο Ευλόγιος. Ήταν κι άλλοι λαμπροφορεμένοι γύρω.
-Αυτός είναι που εγγυήθηκε για τον Ευλόγιο, τους είπε ο νέος δείχνοντας με.
-Ναι, Κύριε, είπαν εκείνοι κλίνοντας με σεβασμό τη κεφαλή.
-Επανέλαβε του πως θ’ απαιτήσω οπωσδήποτε την εγγύηση.
-Ναι, Κύριε, πρόλαβα ν’ απαντήσω εγώ, μόνο κάνε αυτό που σου ζητώ.
Είδα τότε να πέφτουν σαν βροχή χρυσά νομίσματα στον κόλπο του Ευλογίου. Όσο πιο πολλά έπεφταν, τόσο δεχόταν εκείνος. Κατάλαβα πως έγινε δεκτή η δέηση μου κι από την χαρά μου δόξασα το Θεό.
Ανίδεος ο λατόμος από το δικό μου ενδιαφέρον για κείνον, πήγε μια μέρα όπως συνήθιζε, πριν ακόμη φέξει, στη δουλειά του. Πήρε στα χέρια του την αξίνα να κτυπήσει μια πέτρα. Άκουσε υπόκωφο κρότο. Έδωσε δεύτερο κτύπημα. Η πέτρα υποχώρησε κι ανοίχτηκε μπροστά του μια βαθιά τρύπα γεμάτη ως επάνω χρυσά νομίσματα. Ο φτωχός λατόμος σάστισε. Τόσο χρυσάφι δεν είχε ούτε στα όνειρα του δει. Τι έπρεπε να κάνει; Έριξε μια ματιά ολόγυρα. Δεν φαινόταν κανείς. Ήταν ολομόναχος. Σκέπασε προσεκτικά το θησαυρό κι έπεσε σε μεγάλη συλλογή.
-Αν κρατήσω τόσο χρυσάφι, έλεγε στον εαυτό του, και εξακολουθήσω να μένω εδώ θα με υποψιαστούν οι άνθρωποι πως το έκλεψα. Θα το μάθει ο Έπαρχος και χωρίς αμφιβολία θα με φυλακίσει. Έτσι κινδυνεύω να χάσω το θησαυρό και την ελευθερία μου. Πρέπει να φύγω μακριά, σε ξένο τόπο, που να είμαι άγνωστος.
Αφού πήρα την απόφαση, έφερε σακιά από την καλύβα του, νοίκιασε κι ένα ζώο με την πρόφαση πως θέλει να μεταφέρει πέτρα. Κατέβηκε τον ποταμό, ναύλωσε ένα πλοίο κι έφυγε για την Κωνσταντινούπολη.
Την εποχή εκείνη βασίλευε ο Ιουστίνος, ο γέρων. Ο Ευλόγιος αγόρασε ένα αρχοντικό, που μέχρι σήμερα το λένε του Αιγυπτίου. Πήρα δούλους. Φόρεσε πολυτελέστατα φορέματα. Και με το χρυσάφι του απόκτησε αξιώματα. Έτσι μέσα σε λίγο καιρό έγινε αυλικός κι ονομάστηκε Άρχων.
Στο διάστημα αυτό οι Ερημίτες και οι φτωχοί διαβάτες στην Αίγυπτο έχασαν τόσο απρόοπτα το συμπαθή λατόμο και τη φιλοξενία του, που απορούσαν. Κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει.
Πέρασαν δύο χρόνια από τότε. Εγώ που στο μεταξύ είχα βρει κάποιο διακονητή να δίνει το εργόχειρο μου, δεν έτυχε να κατέβω στην πολιτεία. Έτσι δεν είχα ιδέα από όσα συνέβησαν στον Ευλόγιο. Μια νύχτα όμως είδα στ’ όνειρο μου πως βρέθηκα και πάλι στο ναό της Αναστάσεως. Ο λαμπροφορεμένος νεανίας καθόταν όπως πριν, επάνω στην πλάκα του Παναγίου Τάφου. Μόλις τον αντίκρισα εγώ έφερα για πρώτη φορά από τότε στο νου μου το λατόμο. Τι να έχει γίνει άραγε; Άρχισα να διερωτώμαι. Δεν πρόφτασα να τελειώσω καλά-καλά την σκέψη μου και είδα να καταφθάνει ένας άγριος αράπης που έσερνε με μανία πίσω του τον Ευλόγιο.
-Αλλοίμονο σ’ εμέ τον αμαρτωλό, φώναξα τρομαγμένος, καθώς αναλογίστηκα την εγγύηση που τόσο ασυλλόγιστα είχα δώσει. Έχασα την ψυχή μου.
Μόλις ξημέρωσε, κατέβηκα στην πόλη, με την πρόφαση να πουλήσω τα πανέρια μου. Στην πραγματικότητα όμως, για να συναντήσω, όπως τουλάχιστον ήλπιζα τον λατόμο. Βράδιασε κι εγώ γύριζα άσκοπα επάνω κάτω στο δημόσιο δρόμο, εκεί που περίμενε άλλοτε να βρει ξένους ο Ευλόγιος. Μα δεν φαινόταν κανείς να με προσκαλέσει, για να με φιλοξενήσει. Τέλος, αποφάσισα να πάω μόνος μου ως την καλύβα. Κτύπησα την πόρτα που άλλοτε την έβρισκα ανοικτή. Ήλθε και μου άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ζήτησα φιλοξενία. Με πέρασε μέσα πρόθυμα. Καθώς μου ετοίμαζε κάτι πρόχειρο να φάγω, άρχισε να με παρατηρεί.
-Αββά, είσαι νέος ακόμη και δεν κάνεις καλά να κατεβαίνεις καινα βραδιάζεσαι στις πολιτείες. Ο κόσμος έχει παγίδες για τους νέους και για τους καλογέρους πιο πολλές.
-Τι θες να κάνω, κυρούλα, που έχω ανάγκη να πουλώ πανέρια και ν’ αγοράζω το ψωμάκι μου;
-Αν είναι ανάγκη, καθώς λέγεις, τουλάχιστον μη ξενυχτάς έξω από την καλύβα σου.
-Δεν υπάρχει στα μέρη αυτά κανένας θεοφοβούμενος άνθρωπος; Ρώτησα με τρόπο για να πάρω τις πληροφορίες που ήθελα.
-Υπήρχε άλλοτε, είπε η κυρούλα και στέναξε. Έμενε μάλιστα σε τούτη την καλύβα. Ήταν ένας καλός άνθρωπος που φρόντιζε πολύ τους ξένους και μάλιστα τους αγίους Γέροντες που να’ χωμε την ευχή τους. Μα ο Θεός που είδε τις καλοσύνες του, ευλόγησε τα υπάρχοντα του. Και καθώς λένε, Αββά, έγινε μέγας και τρανός άρχοντα σήμερα στη Βασιλεύουσα.
-Τι μου λές, είπε με έκπληξη, προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου.
-Έτσι ακούω, Αββά.
-Εσύ, άθλιε, είσαι υπεύθυνος για όλα τούτα τα κακά, έλεγα και ξανάλεγα στριφογυρίζοντας άυπνος όλη νύχτα στο ψαθί που μ’ έβαλε να πλαγιάσω η κυρούλα. Θυμήσου την εγγύηση.
Την άλλη μέρα, χωρίς αναβολή βρήκα πλοίο κι έφυγα για την Κωνσταντινούπολη. Έψαχνα ρωτώντας αρκετές ημέρες στην απέραντη πόλη, έως ότου βρήκα την κατοικία του Ευλογίου. Που να μ’ αφήσουν όμως να μπω μέσα οι χρυσοστολισμένοι θυρωροί! Έβλεπαν τα φτωχικά μου ρούχα και μ’ έδιωχναν άσπλαχνα. Περίμενα λοιπόν ώρα πολλή στην εξώθυρα να βρώ ευκαιρία να μιλήσω στον εκλαμπρότατο, όταν θα έμπαινε ή θα έβγαινε από το παλάτι του. Τέλος τον είδα να βγαίνει με πολλή φαντασία. Φορούσε βασιλικά σχεδόν φορέματα. Περιτριγυρισμένος από ένα πλήθος υπηρέτες, είχε ύφος πολύ αγέρωχο. Όταν πλησίασε να μπεί στο πολυτελέστατο αμάξι, που τον περίμενε στην πόρτα, τόλμησα να κάνω δυο βήματα μπροστά για να του μιλήσω.
-Άρχοντα μου είναι ανάγκη να σου πω δυο λόγια.
Θα με πέρασε σίγουρα για ζητιάνο, γιατί δεν καταδέχτηκε να μου ρίξει ούτε μια ματιά, ενώ οι δούλοι του μ’ έδιωξαν με τον χειρότερο τρόπο.
Δεν έχασα την υπομονή μου. Πήγα και την άλλη μέρα και την άλλη. Δυο ολόκληρες εβδομάδες περίμενα μάταια από το πρωί ως το βράδυ νηστικός έξω από την κατοικία του Ευλογίου. Ο υπερήφανος άρχοντας δε μου έδινε σημασία. Οι σκληροί υπηρέτες του μ’ απομάκρυναν με βία. Όταν τέλος πάντων δοκίμασα ο ταλαίπωρος να του μιλήσω άλλη μια φορά φωνάζοντας τον με τα’ όνομα του, για να καταλάβει πως είμαι παλιός γνώριμος του, τόσο πολύ οργίστηκε ένας από τους θυρωρούς, που με άφησε σχεδόν αναίσθητο στο δρόμο από το ξύλο.
-Ας γυρίσω πίσω στον τόπο μου, είπα απελπισμένος πιά, όταν συνήλθα. Ο Θεός, αν θέλει, ας σώσει τον Ευλόγιο.
Κατέβηκα στο λιμάνι και βρήκα καράβι για την Αλεξάνδρεια. Όσο κράτησε σχεδόν το ταξίδι, καθώς ήμουν αποκαμωμένος από τόσων ημερών ταλαιπωρία, τραυματισμένος ακόμη από κτυπήματα του άσπλαχνου θυρωρού και υπερβολικά θλιμμένος στην ψυχή, έπεσα σε ύπνο βαθύ. Και πάλι ονειρεύτηκα πως βρέθηκα στην Αγία Πόλη, στον Τάφο του Χριστού. Και πάλι ο γνώριμος ιεροπρεπής νεανίας καθόταν στο ίδιο μέρος. Τώρα όμως ήταν απειλητικός. Με κοίταξε με βλέμμα βλοσυρό από την κορυφή ως τα νύχια και μου είπε με φωνή αυστηρή που μ’ έκανε σύγκορμα να τρέμω.
-Για πού φεύγεις; Δεν θα πληρώσεις την εγγύηση;
Από το φόβο μου δεν έβγαζα μιλιά. Τότε πρόσταξε δυο αξιωματούχους που του παραστέκονταν να με συλλάβουν. Εκείνοι μ’ έπιασαν παρευθύς. Μ’ έδεσα οπισθάγκωνα και με κρέμασαν με το κεφάλι κάτω.
-Μάθε να μη δίνεις εγγύηση υπέρ τη δύναμη σου και να μην αντιλέγεις στο Θεό, τους άκουσα να λέγουν.
Ήμουν βέβαιος πια πως έφτασε το τέλος μου. Ξαφνικά ακούστηκε φωνή χαρμόσυνη:
-Έρχεται η Βασίλισσα.
Και φάνηκε η Κυρία του Ουρανού και της γης με αφάνταστη μεγαλοπρέπεια.
-Δέσποινα του κόσμου, βρήκα τη δύναμη να φωνάξω στην απελπισία μου, ελέησε με τον αμαρτωλό και σώσε με.
Έστρεψε προς το μέρος μου το φιλάνθρωπο βλέμμα της
-Τι ζητείς;
-Τιμωρούμε για την εγγύηση του Ευλογίου, Δέσποινα.
-Θα μεσιτεύσω δια σε, μου είπε με συμπάθεια.
Την είδα να προχωρεί και να γονατίζει εμπρός στο νεανία με τα δύο χέρια ψηλά σε σχήμα ικεσίας. Του μιλούσε και το βλέμμα της με έδειχνε. Δεν άκουσα τους λόγους, μόνο τη διαταγή που έδωσε Εκείνος να με λευτερώσουν παρευθύς.
-Πήγαινε, μου είπε, και περίμενε να δεις πως θα επαναφέρω τον Ευλόγιο στην πρώτη του κατάσταση. Συ όμως μη τολμήσεις να επαναλάβεις άλλη φορά τέτοια άστοχη πράξη.
Ξύπνησα ανακουφισμένος. Μου φαίνονταν πως είχε φύγει από πάνω μου ασήκωτο φορτίο. Ευχαριστούσα μ’ ευγνωμοσύνη τον Κύριο και την Αγία του Μητέρα.
Ύστερα από λίγες ημέρες εγώ έφθασα στο κελί μου. Στην Κωνσταντινούπολη όμως συνέβησαν αυτά τα αναπάντεχα γεγονότα. Ο Γέρων Ιουστίνος απέθανε και μερικοί μεγιστάνες μεταξύ των οποίων και ο Ευλόγιος συνωμότησαν εναντίον του νέου Αυτοκράτορα. Αλλ’ η συνωμοσία πολύ γρήγορα ανακαλύφθηκε και όλοι οι ένοχοι, εκτός από τον Ευλόγιο, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν. Αυτός πρόλαβε και μεταμφιεσμένος δραπέτευσε στην πατρίδα του την Αίγυπτο. Έτσι έσωσε μεν τη ζωή του, αλλ’ επέστρεψε πάμπτωχος στο παλιό του λατομείο.
Μια από κείνες τις μέρες κατέβηκα κι εγώ στο χωριό για δουλειά. Καθώς γύριζα στην έρημο με τη δύση του ηλίου, συνάντησα προς μεγάλη μου έκπληξη, στο συνηθισμένο σταυροδρόμι το λατόμο να ψάχνει για ξένους. Μόλις με είδε με πλησίασε ταπεινά, όπως τα παλιά καλά χρόνια και με παρακάλεσε να καταδεχτώ να φιλοξενηθώ στο φτωχό του καλύβι. Το ακολούθησα κι έκλαιγα από συγκίνηση.
-Πράγματι, «Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί» μονολογούσα, καθώς πήγαινα και δόξαζα τον Πάνσοφο Θεό μαζί και την Προφήτιδα Άννα.
Σαν φθάσαμε στη γνωστή μου καλύβα, μου έπλυνε τα πόδια και μου έστρωσε τράπεζα.
-Πως περνάς, Ευλόγιε; Τον ρώτησα όταν αποφάγαμε.
-Κάνε μου προσευχή, Αββά, μου αποκρίθηκε, γιατί βρίσκομαι σε μεγάλη στεναχώρια. Μου λείπουν τόσα πολλά για να τα βγάλω πέρα στη ζωή.
Αναστέναξε κι έπεσε σε συλλογή.
-Είθε να μην είχες αποκτήσει ποτέ σου εκείνα που σου αφαίρεσαν τη γαλήνη της ψυχή σου, του είπα εγώ.
Με κοίταξε με απορία.
-Γιατί μιλάς έτσι Αββά; Μήπως σ’ έχω ποτέ σκανδαλίσει;
Εγώ τότε του διηγήθηκα σ’ όλες τις λεπτομέρειες την παραπάνω ιστορία. Δεν θα ξεχάσω σ’ όλη μου τη ζωή τα δάκρυα που έχυσε εκείνο το βράδυ, μαθαίνοντας τις συνταρακτικές μου αποκαλύψεις. Ύστερα εξομολογήθηκε με συντριβή όλες τις αμαρτίες που είχε διαπράξει, όταν ήταν άρχοντας στην Κωνσταντινούπολη. Το πρωί που τον αποχαιρέτισα με παρακάλεσε:
-Προσευχήσου, Αββά Δανιήλ, να μου δίνει ο Θεός τόσο μόνο, όσο μου αρκούν να ζήσω και να δίνω από το υστέρημα μου ελεημοσύνη στους φτωχούς.
Από τότε ο Ευλόγιος έζησε ταπεινά στη μικρή του καλύβα. Εργαζόταν σκληρά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν έπαψε να σκορπίζει αγάπη και καλοσύνη. Κι είμαι σε θέση να βεβαιώσω πως πέθανε πολύ ευτυχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου