Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Φιλοξενία (πλήρες)


Φιλοξενία (πλήρες)
Έτσι περιγράφει ο Παλλάδιος την υποδοχή των ξένων στις σκήτες και στα ερημητήρια της Αιγύπτου και της Θηβαΐδος: όταν φτάσαμε από την Παλαιστίνη στην Αίγυπτο, επισκεφθήκαμε πρώτα τον Αββά Απολλώ. Μόλις έμαθαν τον ερχομό μας βγήκαν σε παράταξη οι Μοναχοί της συνοδείας του να μας προϋπαντήσουν. Σαν έφθασαν κοντά μας, έβαλαν μετάνοια και μας χαιρέτισαν. Ύστερα με παράταξη πάλι, οι γεροντότεροι μπρός, οι νεότεροι πίσω κι εμείς στην μέση, μας οδήγησαν στα κελιά. Εκεί μας περίμενε ο Προεστώς. Όταν μας είδε, έβαλε πρώτος εδαφιαία μετάνοια και μας ασπάστηκε. Μας πήγε στο κελί του κι αφού έκανε τη συνηθισμένη γι’ αυτές τις περιστάσεις προσευχή, μας έβαλε να καθίσουμε. Ο ίδιος έφερε νερό και μας έπλυνε τα πόδια κι ευθύς αμέσως μας οδήγησε στην τράπεζα, όπου μας περίμενε λιτό μεν, αλλά πολυπεριποιημένο φαγητό.
Τέτοια υποδοχή έκανε σ’ όλους τους Μοναχούς και ιερωμένους που τον επισκέπτονταν. Συνήθιζε δε να λέγει στους μαθητές του:
-Όταν έρχονται Μοναχοί, τέκνα μου, να τους βάζετε μετάνοια και να τους προσκυνάτε, όπως έκανε ι Πατριάρχης Αβραάμ. Δι’ αυτών προσκυνείται ο Θεός. «Είδες τον Αδελφό σου. Είδες τον Θεόν σου»

Όταν σε επισκέπτεται κάποιος Αδελφός διώξε το πένθος από το πρόσωπο σου, συμβουλεύει ένας από τους Γέροντες, κρύψε το στην καρδιά σου, έως ότου φύγει. Μετά φέρε το πάλι, γιατί όταν σε βλέπουν μ’ αυτό οι δαίμονες, φοβούνται να σε πλησιάσουν.

Άλλος Γέρων δίνει την εξής συμβουλή:
Όταν αντιληφθείς πως σου έρχονται επισκέπτες, πριν κτυπήσουν την πόρτα σου, προσευχήσου με αυτά τα λόγια στον Θεό. «Κύριε, προφύλαξε με από
την κατάκριση και την κακογλωσσιά και κάνε να φύγουν από εδώ οι Αδελφοί μου ειρηνικοί και ωφελημένοι».

Κάποτε οι Πατέρες της σκήτης έδωσαν εντολή να κρατήσουν νηστεία οι Αδελφοί μια εβδομάδα, δηλαδή να μην βάλουν τίποτα στο στόμα τους, ούτε νερό. Συνέβη όμως εκείνες τις μέρες να επισκεφτούν τον Αββά Μωυσή τον Αιθίοπα Μοναχοί από την Αίγυπτο. Ο φιλόξενος Μωυσής έψησε φακές για να τους περιποιηθεί.
Όταν είδαν καπνό να βγαίνει από την καλύβα τους, μερικοί όχι τόσο ενάρετοι Αδελφοί, είπαν στους Γέροντες:
-Ο Μωυσής περιφρόνησε την προσταγή σας και ψήνει φαγητό
Την Κυριακή που μαζεύτηκε στην Εκκλησία όλη η σκήτη, ο Πρεσβύτερος που γνώριζε την μεγάλη αρετή του Οσίου, όταν πλησίασε να πάρει αντίδωρο, του είπε δυνατά, για ν’ ακουστεί από όλους:
-Εύγε, Αββά Μωυσή γιατί παρέβης μεν την εντολή των ανθρώπων, εφύλαξες όμως την εντολή του Θεού.

Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε να συμβουλευτεί τον Αββά Ποιμένα. Ήταν στη μέση περίπου της Σαρακοστής. Αφού εξομολογήθηκε τους λογισμούς του και η ψυχή του αναπαύτηκε, είπε στον Όσιο:
-Παρ’ ολίγο δεν θα αποφάσιζα να έλθω ως εδώ σήμερα και θα έχανα τόση ωφέλεια.
-Γιατί τέκνον μου; Ρώτησε ο Όσιος.
-Μου έλεγε ο λογισμός πως δεν θα με δεχόσουν, Αββά επειδή είναι Σαρακοστή.
-Εμείς εδώ τέκνον, είπε ο Αββάς Ποιμήν, δεν συνηθίζουμε την Σαρκοστή να κλείνουμε εκείνη τη μικρή ξύλινη εξώπορτα, αλλά τούτη. Κι έβαλε το δάκτυλο στα χείλη.

Δυο ξένοι Μοναχοί επισκέφτηκαν κάποιο Γέροντα, μια νηστήσιμη μέρα. Εκείνος τους υποδέχθηκε πρόθυμα και τηρώντας τον κανόνα της φιλοξενίας, έφαγε μαζί τους στο τραπέζι. Κατόπιν τους εξήγησε πως η νηστεία έχει μεν μισθό, αλλά εκείνος που καταλύει χάριν των φιλοξενουμένων του λαμβάνει δύο μισθούς. Ένα, γιατί κόβει το θέλημα του και άλλον, γιατί αναπαύοντας τους αδελφούς του τηρεί την εντολή της αγάπης.

Όταν οι Αδελφοί της σκήτης προσκαλούσαν τον Όσιο Μακάριο να καθίσει στην τράπεζα τους, εκείνος πήγαινε μεν για να μην τους λυπήσει, έβαζε όμως στον εαυτό του τον όρο: Για το ποτήρι το κρασί που θα του έδιναν να πιεί, να μην βάλει καθόλου νερό στο στόμα του μια ολόκληρη μέρα. Οι Αδελφοί που δεν το ήξεραν, του έδιναν κρασί να τον ευχαριστήσουν. Εκείνος το έπινε χωρίς αντίρρηση για να βασανίσει ύστερα τον εαυτό του. Ο υποτακτικό του όμως που έβλεπε τους αγώνες του, έλεγε στους άλλου Μοναχούς:
-Για την αγάπη του Χριστού, αδελφοί, μη του δίνετε να πίνει, γιατί αύριο θ’ αρχίσει να τιμωρεί τον εαυτό του.

Επισκέφτηκαν κάποτε ένα Κοινόβιο ο Αββάς Σιλουανός με τον μαθητή του Ζαχαρία. Το πρωί που ξεκίνησαν να φύγουν, οι Μοναχοί του Κοινοβίου τους ανάγκασαν να φάγουν, μ’ όλο που ήταν ημέρα νηστείας. Εκείνοι για να μην τους λυπήσουν, δέχτηκαν.
Ύστερα, καθώς πήγαιναν στο δρόμο τους βρήκαν μια μικρή πηγή. Ο Ζαχαρίας που διψούσε ζήτησε την άδεια να πιεί νερό.
-Είναι νηστεία σήμερα, του υπενθύμισε εκείνος.
-Μα πριν από λίγο φάγαμε, Αββά.
-Εκείνο ήταν της φιλοξενίας το γεύμα, εξήγησε ο Όσιος, τώρα όμως δεν μας αναγκάζει τίποτα να μην συνεχίσουμε τη νηστεία μας.

Λέγουν πως ο Όσιος Σισώης δεν έτρωγε ποτέ ψωμί. Ζούσε με χόρτα μόνο. Κάποιο Πάσχα τον παρεκάλεσαν οι Αδελφοί να φάγει στη τράπεζα τους. Ο Γέρων δίστασε να δεχτεί την πρόσκληση, για τον όρο που είχε επιβάλει στον εαυτό του. Όταν είδε όμως πως εκείνοι λυπήθηκα, τους είπε:
-Ένα από τα δύο είμαι υποχρεωμένος να κάνω στην τράπεζα, ή ψωμί να φάγω, ή από το φαγητό που μαγειρέψατε.
Οι Αδελφοί του είπαν να φάει ψωμί κι ο αγαθός Γέρων υπάκουσε.

Ένας φιλομόναχος Επίσκοπος συνήθισε να περιοδεύει μια φορά το χρόνο τις σκήτες και τα μοναστήρια της επαρχίας του. Σε μια τέτοια περιοδεία κατάκοπος από την μακρά οδοιπορία ζήτησε ν’ αναπαυθεί στο κελί ενός Ερημίτη. Ο αδελφός, αφού του έπλυνε τα πόδια, έστρωσε τράπεζα να τον φιλοξενήσει. Δεν είχε όμως τίποτε να προσφέρει στον Επίσκοπο από ψωμί κι’ αλάτι που συνήθιζε να τρώει ο ίδιος.
-Ας με συγχωρέσει η αγιοσύνη σου, άρχισε ν’ απολογείται ο Αδελφός για το φτωχικό του τραπέζι. Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο σ’ αυτό το κελί.
Ενθουσιασμένος ο Επίσκοπος για την μεγάλη εγκράτεια των Μοναχών, είπε στον Αδελφό:
-Είθε του χρόνου που θα ξανάλθω, ούτε το αλάτι να μη βρώ.

Κάποια επίσημη γιορτή που οι Μοναχοί της σκήτης κάθισαν να φάνε όλοι μαζί σε κοινό τραπέζι, ένας Αδελφός είπε στον τραπεζάρη:
-Εγώ δεν τρώγω ποτέ μαγειρεμένο φαγητό, μόνο ψωμί κι αλάτι.
Εκείνος πάλι φώναξε δυνατά για ν’ ακούσει ο βοηθός του:
-Ο Αδελφός δεν τρώει μαγείρεμα. Φέρε του αλάτι.
Τότε ένας από τους μεγάλους Γέροντες είπε αυστηρά στον Αδελφό:
-Πιο συμφέρον ήταν για σένα σήμερα να φας κρέας στο κελί σου, παρά ν’ ακούσεις μπροστά σε όλους τους Αδελφούς τούτη τη φωνή.

Άλλος αρχάριος Μοναχός που είχε βάλει όρο στον εαυτό του να μη τρώγει ψωμί, πήγε μια μέρα να επισκεφτεί ένα μεγάλο Γέροντα. Στο κελί του βρήκε κι άλλους επισκέπτες. Ο Γέροντας μαγείρεψε φαγητό για τους ξένους του. Σαν εκάθησαν στην τράπεζα, ο αρχάριος έβγαλε τα βρεγμένα κουκιά που είχε φέρει μαζί του και τα έτρωγε. Ο Γέροντας που τον είδε, τον πήρε ύστερα από το φαγητό παράμερα και τον συμβούλευσε:
-Όταν τρώγει με άλλους αδελφούς, τέκνον μου, απόφευγε όσο μπορείς να δείχνεις την εγκράτεια σου, γιατί παραμονεύει η κενοδοξία να σου αφαιρέσει το μισθό σου. Αν πάλι είσαι αποφασισμένος να μη παραβαίνεις τους όρους σου, μένε στο κελί σου κι απόφευγε τις επισκέψεις.

Από την διδασκαλία σοφού Πατρός:
Όταν βρίσκεσαι με άλλους, μη θελήσεις να επιδείξεις την άσκηση σου. Μη πεις πχ πως δεν τρως ποτέ λάδι ή ψάρι ή μαγειρεμένο φαγητό. Μόνο κρασί μη πίνεις για τον πόλεμο της σαρκός. Αν βρεθεί κάποιος ανόητος και κατηγορήσει γι’ αυτό, μη λάβεις καθόλου υπ’ όψιν αυτή την κατηγορία.

Ένας αδελφός ρώτησε κάποιο Γέροντα:
-Αν ποτέ βρεθώ στην τράπεζα μαζί με τους Πατέρες, τι πρέπει να κάνω, Αββά;
-Αντί της νηστείας, προσκάλεσε κοντά στην προσευχή.
-Είναι δυνατόν να προσεύχομαι, ενώ οι άλλοι δίπλα μου θα συνομιλούν.
-Η βία η αχώριστη σύντροφος του Μοναχού, τα κάνει όλα κατορθωτά, αποκρίθηκε ο Γέρων. Όποιος την αποχωρίζεται δεν ξέρω αν εξακολουθεί να παραμένει Μοναχός.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου