Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Παύλος ο Απλούς.


Παύλος ο Απλούς.
Από τον Αββά Κρόνιο, τον μαθητή του Μεγάλου Αντωνίου, άκουσα την ιστορία του Παύλου, που για την ακακία και την απλότητα του χαρακτήρα του ονομάστηκε «Απλούς», γράφει στα απομνημονεύματα του ο Παλλάδιος.
Ο Παύλος ήταν χωριάτης γεωργός. Σε μεγάλη σχετικά ηλικία παντρεύτικε νέα γυναίκα κι όμορφη. Όχι όμως πιστή κι ενάρετη. Πολύ καιρό τον απατούσε με κάποιο συγχωριανό του, χωρίς εκείνος να βάζει με το νου του υποψίες. Κάποτε όμως την ανακάλυψε. Δεν παραφέρθηκε, όπως θα έκανε άλλος στη θέση του. Με σεμνό χαμόγελο στα χείλη, είπε στο παράνομο ζευγάρι:
-Πολύ καλά, Μάρτυς μου ο Θεός, δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Ούτε αναγνωρίζω γυναίκα πιά. Θα τραβήξω κι εγώ το δρόμο μου.
Χωρίς άλλη συζήτηση, βγήκε από το σπίτι του και πήρε το δρόμο της ερήμου. Ύστερα από εξαντλητική πορεία πολλών ημερών, κάτω από τις φλογερές ακτίνες του τροπικού ηλίου, έφθασε στο όρος του Μεγάλου Αντωνίου. Δεν άργησε ν’ ανακαλύψει και το σπήλαιο που ασκήτευε ο Όσιος. Κτύπησε ευλαβικά την πόρτα. Ο Μέγας Ερημίτης άνοιξε. Με δυο λόγια ο Παύλος του εξήγησε γιατί είχε φτάσει ως εκεί.
-Θέλω να γίνω Μοναχός, Αββά.
Ο Μέγας Ασκητής συνοφρυώθηκε.
-Πολύ αργά το αποφάσισες. Στην ηλικία που είσαι, άνθρωπε μου, δεν μπορείς να γίνεις Μοναχός και μάλιστα σε τούτη την τραχιά έρημο. Γύρισε στον τόπο σου κι εργάσου λίγο ακόμη για να ζήσεις, ευχαριστώντας το Θεό.
-Κράτησε με, Αββά, παρακάλεσε ο Παύλος. Σου υπόσχομαι να κάνω ότι προστάζεις.
-Σου λέω άλλη μια φορά για να το καταλάβεις: Είσαι ηλικιωμένος πιά και δεν αντέχεις στους κόπους της ερήμου. Αν επιμένεις όμως να γίνεις Μοναχός, πήγαινε τουλάχιστον σε Κοινόβιο που η άσκηση είναι πιο ελαφρά. Εγώ, καθώς βλέπεις,
αγωνίζομαι μόνος. Τρώγω μια φορά στις πέντε μέρες και πάλι όχι χορταστικά. Ίσα-ίσα, να μην πεθάνω από ασιτία.
Με αυτά και άλλα ακόμη επιχειρήματα προσπαθούσε ο Αντώνιος ν’ απαλλαγεί από τον ενοχλητικό επισκέπτη.
Εκείνος όμως δεν έπαυε να τον παρακαλεί. Σαν είδε ο Όσιος πως με λόγια δεν τον έπειθε, μπήκε στη σπηλιά του και έκλεισε ερμητικά την πόρτα, αφήνοντας έξω το γέρο χωρικό.
-Έτσι θ’ αναγκαστεί να φύγει, συλλογίστηκε.
Τρείς μέρες έμεινε ο Αντώνιος κλεισμένος στην σπηλιά του, Άλλες τόσες έμεινε κι ο Παύλος απ’ έξω καθισμένος σε μια πέτρα. Τέλος άνοιξε την πόρτα ο Μεγάλος Ερημίτης. Κατάπληκτος βρήκε τον Παύλο στο ίδιο μέρος να περιμένει υπομονετικά. Τον θαύμασε, το ευλαβήθηκε, μα δεν θέλησε να δείξει πως υποχωρεί.
-Φύγε, επι τέλους, ευλογημένε, και μη με στενοχωρείς. Δεν μπορώ να σε κρατήσω.
Αλλά ο γέρο-χωρικός είχε γίνει τώρα πιο σταθερός στην απόφαση του.
-Δεν πηγαίνω πουθενά, αποκρίθηκε. Ή με δέχεται η αγιοσύνη σου ή μένω εδώ απ’ έξω, έως ότου με κατασπαράξουν τα θηρία. Και τότε δώσε συ λόγο στον Θεό, Αββά.
Ο Αντώνιος δεν περίμενε ποτέ τόση αποφασιστικότητα από ένα ανάπηρο γέροντα. Με μια ματιά βεβαιώθηκε πως τρείς ημέρες είχε μείνει νηστικός και διψασμένος. Τίποτε δεν είχε φέρει μαζί του. Φοβήθηκε λοιπόν μη πεθάνει από την πείνα και το έχει βάρος στην ψυχή του. Του είπε να περάσει στη σπηλιά. Τον έβαλε να σταθεί σε μια γωνιά και του έδειξε να πλέκει ψαθί.
Νηστικός, κατάκοπος, αγρυπνισμένος ο καημένος ο γέρος, έπλεκε συνεχώς εκεί όρθιος με μεγάλη δυσκολία. Ήταν τελείως ασυνήθιστος σε τέτοια. Ως τόσο έφτιαξε δεκαπέντε πήχες. Ο Αββάς όμως δεν εννοούσε ακόμη να υποχωρήσει.
-Τι κακοφτιαγμένο πλέξιμο είναι τούτο; Του φώναξε. Καλά λέω πως δεν αξίζεις για τίποτε. Τι κάθεσαι και περιμένει; Ξήλωνε κι άρχισε άλλο.
Ο Παύλος δεν άνοιξε το στόμα του να δικαιολογηθεί. Ξέπλεξε τη σειρά που με τόση δυσκολία είχε φτιάξει. Άρχισε με καινούργια προσπάθεια. Τώρα όμως η δουλειά ήταν πιο ακατόρθωτη. Τα χόρτα ήταν ζαρωμένα.
Ο Αντώνιος που μ’ αυτό τον τρόπο τον δοκίμαζε, κρυφά παρακολουθούσε και βεβαιώθηκε για την μεγάλη του αρετή. Ούτε δυσαρεστήθηκε, ούτε από μικροψυχία γόγγυσε, ούτε ίχνος ανυπομονησίας φάνηκε στην έκφραση του. Ο Παύλος με τον υπέροχο χαρακτήρα του κέρδισε από την αρχή την εκτίμηση και την ιδιαίτερη εύνοια του Μεγάλου Αντωνίου.
-Θέλεις να φάμε λίγο ψωμί, παππούλη;
Το παππούλη του έλεγε συχνά κοροϊδευτικά.
-Όπως ορίσεις, Αββά.
Τόσες μέρες νηστικός, σκέφτηκε με απορία ο Αντώνιος, και ούτε σημάδι λαιμαργίας.
-Βάλε τράπεζα, τον πρόσταξε.
Ο Παύλος, έστρωσε το τραπέζι. Ο Αντώνιος έφερε τέσσερα παξιμάδια, ένα για τον εαυτό του και τρία για τον καινούργιο υποτακτικό. Προτού αρχίσουν φαγητό, ο Όσιος είπε όσο πιο αργά μπορούσε –εξακολουθούσε η δοκιμασία- δώδεκα ψαλμούς. Παρατηρούσε όμως και τον Παύλο. Τον είδε πως προσευχόταν με μεγάλη προθυμία.
Είχε νυχτώσει, όταν έκατσαν στην τράπεζα. Ο Αντώνιος τελείωσε το παξιμάδι του γρήγορα και περίμενε τον Παύλο που έτρωγε πιο αργά, αλλά κι εκείνος έφαγε ένα και σταμάτησε.
-Φάγε, παππούλη, και τα’ άλλα παξιμάδια, είπε ο Όσιος.
-Αν φάγεις άλλο σε, θα φάγω κι εγώ.
-Σε μένα αρκεί το ένα. Είμαι Μοναχός.
-Τότε αρκεί και σε μένα, είπε ο Παύλος. Κι εγώ θέλω να γίνω Μοναχός.
Μετα το δείπνο είπε ο Αντώνιος τους συνηθισμένους δώδεκα ψαλμούς και δώδεκα ευχές κι επήγαν ν’ αναπαυθούν λίγο, για να σηκωθούν πάλι τα μεσάνυχτα να συνεχίσουν την προσευχή τους ως το πρωί.
Όταν είδε  ο Όσιος πως ο γέροντας τον μιμήθηκε σε όλα με ζήλο νεανικό, ύστερα από μερικές εβδομάδες του είπε:
-Πιστεύω, αδελφέ, να κατάλαβες τώρα καλά πως πολιτεύομαι εδώ στην έρημο. Αν νομίζεις πως μπορείς να κάνεις την ίδια ζωή, μείνε μαζί μου.
-Δεν ξέρω αν έχεις να μου δείξεις τίποτε περισσότερο αργότερα, Αββά, αποκρίθηκε ο Παύλος. Αυτά που είδα έως σήμερα, τα κάνω μ’ ευκολία.
Έτσι ο Όσιος τον έκανε καλόγερο. Τον βοήθησε να φτιάξει μια δική του καλύβα από καλάμια σε κάποια απόσταση από το σπήλαιο.
 Τώρα με την βοήθεια του Θεού, έγινες καλόγηρος, του είπε. Μείνε λοιπόν μόνος στην καλύβα σου για να δοκιμάσεις και των δαιμόνων τους πειρασμούς. Έτσι θα γίνεις πιο γενναίος και πιο έμπειρος στους πνευματικούς αγώνες.
Ο απλοϊκός γέροντας αγωνίστηκε αλήθεια πολύ σκληρά. Με την υπομονή του όμως και την ταπεινοσύνη του κατόρθωσε να φθάσει σε μεγάλα μέτρα αρετής και να πάρει πολλά χαρίσματα από τον Θεό. Να θεραπεύει ψυχικές και σωματικές αρρώστιες και να διώχνει τα πονηρά πνεύματα.
Κάποτε οδήγησαν οι γονείς του ένα νέο που βασανιζόταν από φοβερό δαιμόνιο στο σπήλαιο του Μεγάλου Αντωνίου και τον παρακάλεσαν να το θεραπεύσει. Ο Όσιος τους έστειλε στον Αββά Παύλο.
-Εκείνος, είπε, έχει πάρει το χάρισμα από το Θεό να διώχνεις αρχικά πνεύματα.
Για να μην αρνηθεί ο Παύλος, πήγε μόνος του ως την καλύβα ο Όσιος.
-Αββά Παύλε, του είπε, ελευθέρωσε το πλάσμα του Θεού από του σατανά την εξουσία, για να ευγνωμονεί τον Κύριο σ’ όλη του τη ζωή.
-Εσύ γιατί δεν το θεραπεύεις, Πάτερ; ρώτησε με απορία ο Παύλος.
-Δεν ευκαιρώ τώρα, δικαιολογήθηκε ο Αντώνιος κι έφυγε βιαστικά.
Ο Απλούς Παύλος κοίταξε με συμπάθεια τον βασανισμένο νέο. Έκανε μέσα του θερμή προσευχή και είπε στο δαιμόνιο:
-Ο Αββάς Αντώνιος σε προστάζει να φύγεις από τον άνθρωπο και να μην τον ξαναενοχλήσεις.
Το δαιμόνιο αγρίεψε και με τρομακτικές κραυγές έβριζε τον Αντώνιο. Ο Παύλος έβγαλε την μηλωτή που του είχε χαρίσει ο Όσιος και χτυπώντας μ’ αυτή το άρρωστο ελαφρά στην πλάτη, εξακολουθούσε να λέει:
-Ο Αββάς μου σε προστάζει να φύγεις από τον άνθρωπο.
Το πονηρό πνεύμα, όχι μόνο δεν εννοούσε να υπακούσει, αλλά έγινε τώρα πιο επιθετικό. Χαλούσε τον κόσμο από τις φωνές και τον θόρυβο.
Αλλά κι ο Παύλος θύμωσε μαζί του. Ανέβηκε σε μια μεγάλη πέτρα, κάτω από τον ανυπόφορο ήλιο του καλοκαιριάτικου μεσημεριού και προσευχήθηκε, με αυτά τα απλά, αλλά γεμάτα πίστη λόγια στον Θεό:
-Κύριε γνωρίζεις πως πήρα την απόφαση να μην κατέβω από τούτη την πέτρα, αν δεν ελευθερώσεις το πλάσμα Σου από την εξουσία του διαβόλου.
Αυτή η προσευχή έφερε αποτέλεσμα. Το πονηρό πνεύμα φώναξε, σαν να μαστιγωνόταν από αόρατη δύναμη:
-Φεύγω, φεύγω. Με νίκησε η προσευχή του Παύλου.
Με αυτά τα λόγια ελευθέρωσε τον άνθρωπο από την βασανιστική του εξουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου