Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Ξένος και Πρόσφυγας;

Από όλους του ύμνους της Εκκλησίας, αυτός με συγκλονίζει κάθε φορά που τον ακούω. Πως είναι δυνατόν ο ίδιος ο Θεός, να είναι Ξένος και Πρόσφυγας. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε συνειδητοποιήσει, πως είμαστε ξένοι σε αυτήν την γη; Έχουμε καταλάβει άραγε πως είμαστε περαστικοί; Φωνάζει ο Απόστολος Παύλος
ΕβΙΓ-14οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν.
Ποιος τον ακούει;
Ας μην λέμε μεγάλα λόγια, ας εντρυφήσουμε σε αυτό το τροπάριο.
Τὸν ἥλιον κρύψαντα τᾶς ἰδῖας ἀκτίνας καὶ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ διαραγὲν τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτω ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ὂν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατούσιν ὡς ξένον.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ὂν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζεις τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ὂν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμω.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ἴνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποὺ κλίνη.
Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον, ὂν ἡ μήτηρ ὀρώσα, νεκρωθέντα, ἐβόα. Ὢ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάχνα τιτρώσκομαι καὶ καρδίαν σπαράττομαι νεκρὸν σὲ καθορώσα, ἀλλὰ τὴ σὴ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τοῦτοις τοίνυν τοὶς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλάτον ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα, ὁ καὶ ἐν φόβῳ ἐν συνδόνι ἐνειλήσαν καὶ σμύρνη κατεθέτο ἐν φόβῳ τὸν παρέχοντα ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Και μονοτονικό για όσους δυσκολεύονται.
Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το παραπέτασμα του ναού διαραγέν τω του Σωτήρος θανάτω ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει λέγων.
Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οιδε ξενίζεις τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ινα κρύψω εν τάφω, ος ξένος ουκ έχει την κεφαλήν που κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ον η μήτηρ ορώσα, νεκρωθέντα, εβόα. Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τιτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα, αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω.
Και τουτοις τοίνυν τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα, ο και εν φόβω εν συνδόνι ενειλήσαν και σμύρνη κατεθέτο εν φόβω τον παρέχοντα ζωήν αιώνιο και το μέγα έλεος.

Μετάφραση!
Όταν είδε ο Ιωσήφ τον ήλιο να σκοτεινιάζει και το καταπέτασμα του ναού να σχίζεται με τον θάνατο του Σωτήρα, πηγαίνει στον Πιλάτο και τον παρακαλεί λέγοντας.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος, αποξενώθηκε στον δικό μας τον κόσμο
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που το ίδιο του το γένος μισώντας τον, τον θανατώσανε σαν ξένο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που παραξενεύομαι βλέποντας το παράδοξο του θάνατο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένον, που μόνο αυτός ξέρει να φιλοξενεί τους φτωχούς και τους ξένους.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο , τον οποίο οι Εβραίοι από φθόνο τον αποξένωσαν από τον κόσμο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, για να τον θάψω, επειδή σαν ξένος δεν έχει που να γυρίσει το κεφάλι του και να αναπαυθεί.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που μόλις τον είδε η Μητέρα του πεθαμένο, φώναξε. Ω Παιδί μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα μου πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράσσω βλέποντας σε νεκρό, όμως ελπίζοντας στην Ανάσταση σου σε μεγαλύνω.
Και με αυτά τα λόγια κάμπτοντας τον Πιλάτο ο ευσχήμων Ιωσήφ παίρνει το σώμα του Σωτήρα, το οποίο με φόβο τυλίγοντας το σε σεντόνι και σμύρνα, το έβαλε σε τάφο, Αυτόν που δίνει σε όλους την ζωή την αληθινή και το αμέτρητο έλεος.

Ανάλυση
Η αγία μας Εκκλησία παρακολουθώντας κάθε χρόνο την όλη πορεία της επίγειας ζωής από την Γέννηση μέχρι την Ανάληψη του αγαπημένου της νυμφίου Ιησού ,στέκεται τώρα μπροστά στον Σταυρό του μαζί με την Αγία Μητέρα του και τον μαθητή του Ιωάννη και θρηνεί μαζί τους βλέποντας τον εσταυρωμένο, νεκρό γυμνό και άταφο.
Την εσπέρα της ίδιας μέρας ,λίγες ώρες μετά, βλέποντας επίσης τον Ιωσήφ από την Αριμαθεία, κρυφό μαθητή του, να πηγαίνει στο πραιτόριο και να ζητάει από τον ίδιο τον Πιλάτο την άδεια για να κατεβάσει από τον Σταυρό το σώμα του Ιησού και να το θάψει, στέκεται εδώ για λίγες στιγμές και τον φαντάζεται να παρακαλεί με δάκρυα τον Πιλάτο ,βάζοντας τον να λέει τον δικό της καημό. Δώσε μου το σώμα εκείνου που δικάστηκε και καταδικάστηκε από σένα Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του ξένου, Ιησού του πτωχού, Ιησού που κρέμεται τώρα γυμνός, Ιησού του Υιού του ταπεινού μαραγκού, Ιησού του καταφρονεμένου. Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που έχει έλθει από μακριά χώρα για να σώσει τον άνθρωπο ο οποίος έγινε ξένος με τον θεό λόγω της αμαρτίας. Δώσε μου αυτόν τον ξένο που κατεβαίνει τώρα στον σκοτεινό Άδη, στη, κόλαση, για να ανεβάσει πάλι τον άνθρωπο στον Παράδεισο, που τόσο καιρό ήταν ξένος και εξόριστος στη γη. Δώσε μου αυτόν τον ξένο που εμείς οι ξένοι, αγνοούμε τον ξένο τρόπο της συλλήψεως και της σαρκώσεως του. Δώσε μου αυτόν τον ξένον που δεν ευρέθη ούτε τόπος για να γεννηθεί παρά μόνο σε μια μικρή και φτωχή φάτνη. Δώσε μου αυτόν τον ξένο που από βρέφος ακόμα έφυγε στα ξένα κυνηγημένος από τον Ηρώδη. Δώσε μου αυτόν τον ξένο που δεν είχε ούτε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι, ούτε συγγενείς για να αναπαυθεί, αφού ούτε και αυτοί τον πίστευαν. Δώσε μου αυτόν τον ξένο, για να εφαρμόσω και εγώ την εντολή του «ξένος ημήν και συναγάγεται μοι». Άκουσε τους στεναγμούς και είδε την θλίψη της καρδίας μου και δώσε μου αυτόν τον ξένο που ήταν ο ωραιότερος από όλους τους ανθρώπους και τώρα δεν έχει ούτε είδος ούτε κάλλος το πρόσωπό του. Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που δεν είχε τόπο να αναπαυθεί, για να τον αναπαύσω έστω και τώρα μέσα σε τάφο.
Άκουσε τους λυγμούς της Μητέρας του, είδε τα θερμά δάκρυα της και δώσε μου τούτον τον ξένο, τον Υιό της, για να τον θάψω, δώσε της λίγη χαρά. Τι θα σε ωφελήσει το σώμα αυτού του ξένου;»
Και μετά από το ξέσπασμα αυτό της καρδιάς της, η Αγία μας Εκκλησία συνεχίζει παρακολουθώντας τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο να κατεβάζουν το ματωμένο σώμα του Ιησού από τον Σταυρό και να το τυλίγουν σε σεντόνι καθαρό, αρωματίζοντας το με σμύρνα, και θάπτοντας το σε καινούριο τάφο.
Τα δάκρυα της και οι θλίψεις της αρχίζουν τώρα σιγά -σιγά να υποχωρούν, περιμένοντας την ένδοξο και υπέρλαμπρο Ανάσταση του Νυμφίου και Θεού της ,Αυτού που είναι και δίδει σε όλους την αιώνιο ζωή και το αμέτρητο έλεος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου