Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Η αγάπη προς τον πλησίον (πλήρες)




Η αγάπη προς τον πλησίον. Α
Ουδέποτε προτίμησα το προσωπικό μου συμφέρον από την ωφέλεια του αδελφού μου, έλεγε συχνά ο Μέγας Αντώνιος.

Όταν ο Αββάς Θεόδωρος ήταν ακόμη υποτακτικός τον έστειλε ο Γέροντας του στο φούρνο της Σκήτης να ψήσει τα παξιμάδια του. Εκεί βρήκε κάποιον άλλον που ήθελε να φουρνίσει τα δικά του μα δεν έβρισκε βοηθό. Ο νεαρός Θεόδωρος άφησε κάτω τον τορβά του κι’ έδωσε ένα χέρι στον Αδελφό. Δεν πρόλαβε να τελειώσει και έφθασε άλλος με ψωμιά. Ο Θεόδωρος παραχώρησε πάλι την θέση του και πρόσφερε την βοήθεια του. σε λίγο ήλθε τρίτο και τέταρτος έως έξι. Ο Θεόδωρος βοήθησε τους αδελφούς και τελευταίος από όλους έψησε τα δικά του παξιμάδια. Έδυε ο ήλιος πλέον όταν γύριζε στον Γέροντα του. του είπε το λόγο που τον έκανε να καθυστερήσει τόσο πολύ, χωρίς να θεωρεί πως έκανε κάτι αξιόλογο.

Ερώτησαν τον Αββά Αγάθωνα πως εκδηλώνεται η ειλικρινής αγάπη προς τον πλησίον, κι’ εκείνος ο μακάριος, που είχε αποκτήσει
την βασίλισσα των αρετών σε τέλειο βαθμό αποκρίθηκε:
-Αγάπη είναι να βρώ ένα λεπρό και να του δώσω ευχαρίστως τι σώμα μου και , αν είναι δυνατό, να πάρω το δικό του.

Ο Αββάς Απολλώ είχε τόση αγάπη για τον πλησίον, ώστε ουδέποτε στην ζωή του αρνήθηκε σε άνθρωπο βοήθεια ή οποιανδήποτε μικρή ή μεγάλη εξυπηρέτηση. Όταν οι Αδελφοί ζητούσαν την συνεργασία του, την πρόσφερε ευχαρίστως, λέγοντας πάντα με χαμόγελο
-Μαζί με τον Κύριον μου θα εργασθώ σήμερα για την ωφέλεια της ψυχής μου.  
--------------------------
Η αγάπη προς τον πλησίον. β

Πολλά ανέκδοτα διηγούνται οι Πατέρες για τον Αββά Αγάθωνα και την πολλή αγάπη που έκρυβε για στην καρδιά του για τον συνάνθρωπο του.
Κάποτε κατέβηκε στην πόλη να πουλήσει τα πανέρια του και σκόνταψε επάνω σ’ ένα δυστυχισμένο άνθρωπο, παραπεταμένο στον δρόμο, ξένο και άρρωστο, που ως εκείνη τη στιγμή κανένας διαβάτης δεν είχε σκεφτεί να βοηθήσει.
Ο Όσιος τον σήκωσε, τον περιποιήθηκε και με τα χρήματα που επήρε από τα πανέρια του ενοικίασε δωμάτιο και τον έβαλε μέσα. Λέγουν μάλιστα πως έμεινε αρκετό καιρό κοντά του και τον φρόντιζε, ενώ συγχρόνως εργαζόταν για να βγάζει τα έξοδα του. Όταν πια ο ξένος έγινε εντελώς καλά και ήτο σε θέση να γυρίσει στην πατρίδα του, επέστρεψε και ο Αββάς Αγάθων στην αγαπημένη του ησυχία.

Άλλη μια φορά πάλι, που πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρο του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο.
-Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις κι’ εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου.
Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί και αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει.
-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δείς καλό, που έχω από χθές βράδυ να φάγω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε ξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευομένου του, έως ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα του τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε να περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί.
Αφού έδωσε και το τελευταίο καλάθι ετοιμάσθηκε να φύγει από την αγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; Ρώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τελείωσα πια την δουλειά μου.
-Άι τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι κι’ από κεί φεύγεις για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστά ο παράξενος γέρος.
Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας. Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι κι ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε γλυκιά φωνή να του λέγει.
-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεόν και στη γη και στον Ουρανό.
Σήκωσε τα μάτια ο Όσιος μα δει εκείνον που του μιλούσε. Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος γιατί ήταν Άγγελος σταλμένος από τον Θεόν να δοκιμάσει την αγάπη του Οσίου.

Θα έλεγε κανείς πως αυτός ο Αγάθων ζούσε κι’ κινείτο μόνο για ν’ αναπαύει τον πλησίον του. Όταν ετύχαινε να περνά ποταμό μαζί με τους άλλους Αδελφούς, έπαιρνε πρώτος στα χέρια τα κουπιά της βάρκας. Όταν πήγαιναν ξένοι στο κελλί του, με το ένα χέρι τους χαιρετούσε και με το άλλο άρχιζε να στρώνει τράπεζα για να τους φιλοξενήσει.
κάποτε του χάρισαν ένα σκαλιστήρι για να καλλιεργεί τον κήπο του.
-Τι όμορφο σκαλιστηράκι! Έκανε ένας Αδελφός που έτυχε να το δει στα χέρια του μια μέρα.
Ο Αββάς Αγάθων δεν τον άφηνε με κανένα τρόπο να φύγει, αν δεν έπαιρνε μαζί του το σκαλιστήρι που τόσο του άρεσε.
------------------
Η αγάπη προς τον πλησίον. Γ
Την επόμενη ιστορία μας την διηγείται ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος. Ο Σεραπίων ήταν Αιγύπτιος, ασκητής τελείως ακτήμων και πολύ ελεήμων. Πολλές φορές τον είχαν δει να γυρίζει μ’ένα σεντόνι τυλιγμένο γύρι από το γυμνό του σώμα, γιατί τα ενδύματα του τα είχε δώσει ελεημοσύνη. Έτσι του έμεινε και το όνομα Σινδόνιος.
Κάποτε πουλήθηκε σαν δούλος σ’ένα ειδωλολάτρη ηθοποιό για είκοσι νομίσματα. Άρχισε με μεγάλη προθυμία να υπηρετεί τον κύριο του και όλη του την οικογένεια. Εργαζόμενος αδιάκοπα χωρίς απαιτήσεις. Το φαγητό ντου αποτελείτο μόνο από ψωμί και νερό. Ενώ τα χέρια του δούλευαν, ο νους του ήταν απασχολημένος με την προσευχή. Τα λόγια της Γραφής δεν έλειπαν ποτέ από τα χείλη του. Σκοπός του ήταν να μεταδώσει το φως του Χριστού στους κυρίους του και δεν άργησε να το πετύχει. Τους προσέλκυσε στην πίστη, πρώτα από όλα με το παράδειγμα του χριστιανικού βίου του και ύστερα με την διδασκαλία του Ευαγγελίου, που πέφτει σαν βάλσαμο παρηγοριάς στις ταλαιπωρημένες από την κοσμική φροντίδα ψυχές.
Όταν ο μίμος-έτσι έλεγαν τότε τους ηθοποιούς- η σύζυγος και τα παιδιά του πήραν την χάρη του Αγίου Βαπτίσματος, άφησαν το επάγγελμα τους που δεν συμφωνούσε πια με την νέα ζωή και έγιναν ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Μια μέρα επήρε ιδιαιτέρως τον Σινδόνιο ο κύριος του και του είπε:
-Είναι καιρός, Αδελφέ, να σου ανταποδώσω την ευεργεσία που μου έκανες να ελευθερώσεις και εμένα και την οικογένεια μου από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Πάρε και συ για αντάλλαγμα την ελευθερία σου.
Τότε ο Σινδόνιος κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να του αποκακλύψει την αλήθεια. Του είπε λοιπόν πως δεν ήταν δούλος και πως με την θέληση του πουλήθηκε σ’αυτόν, για να τον οδηγήσει στον Χριστό.
-Αφού εκπλήρωσε ο Θεός την επιθυμία μου, ας πάω τώρα να βοηθήσω κι’άλλους.
Επέστρεψε τα είκοσι νομίσματα στον κύριο του και έφυγε για άλλη χώρα. Εκεί πουλήθηκε σε οικογένεια αιρετικών. Με τον ίδιο τρόπο έφερε κι’αυτήν πολύ γρήγορα στους κόλπους της Εκκλησίας.
Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Σινδόνιος υπηρετούσε σωματικά και ψυχικά τους συνανθρώπους του.

Γιατί Αββά, οι σημερινοί Μοναχοί, ενώ κοπιάζουν, δεν παίρνουν από τον Θεόν τα χαρίσματα που έπαιρναν οι παλαιοί Πατέρες; Ρώτησε έναν Γέροντα κάποιος Αδελφός.
-Τον παλαιό καιρό, τέκνον μου, αποκρίθηκε ο σεβάσμιος Γέρων, υπήρχε αγάπη μεταξύ των Μοναχών και καθένας προθυμοποιείτο να βοηθήσει τον αδελφόν να ανέβει προς τα επάνω. Τώρα η αγάπη ψυχράνθηκε και ο ένας παρασύρει τον άλλον προς τα κάτω και για τον λόγο αυτόν δεν χορηγεί πλέον ο Θεός χαρίσματα πνευματικά.
---------------------------------

Η αγάπη προς τον πλησίον. Δ

Τον παλαιότερο καιρό –έλεγε ο Αββάς Ιωάννης σ’ένα νέο Μοναχό, που επήγε να τον συμβουλευτεί- η πνευματική απασχόληση ήταν το κύριο έργο του Μοναχού και η εργασία πάρεργο. Σήμερα αντεστράφησαν οι όροι και θεωρείται πάρεργο το έργο της ψυχής και έργο το εργόχειρο.
-Ποιο είναι το έργο της ψυχής; Ρώτησε ο Αδελφός
-Εκείνο που γίνεται χάριν της θείας εντολής, εξήγησε ο Γέρων. Μαθαίνεις λόγου χάριν πως είμαι άρρωστος και η συνείδηση σου σού λέγει πως είναι καθήκον να με επισκεφθείς. Εσύ όμως κάθεσαι και σκέπτεσαι, αν πάω, θα μείνει το εργόχειρο μου, γιατί θα χάσω χρόνο. Δεν έρχεσαι και παραβαίνεις την εντολή της αγάπης. Ή κάποιος σου ζητά να τον βοηθήσεις στην εργασία του. εσύ μονολογείς: Είναι ανάγκη τώρα ν’αφήσω την δική μου δουλειά στην μέση, για να βοηθήσω άλλον. Αρνείσαι, παραβλέποντας την εντολή του Θεού, που είναι έργον της ψυχής, και προσηλώνεσαι στο εργόχειρο σου, που είναι πάρεργο.

Επήγε μια φορά ο Όσιος Μακάριος να κάνει συντροφιά σ’έναν άρρωστο Ερημίτη. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω στο γυμνό κελλάκι του, είδε πως δεν υπήρχε πουθενά ούτε ίχνος φαγητού.
-Τι θα ήθελες να φας Αδελφέ; Ρώτησε ο Όσιος.
Ο άρρωστος δίστασε να απαντήσει. Τι να ζητούσε τάχα, αφού δεν υπήρχε τίποτα σ’εκείνη; Τέλος επειδή επέμενε να τον ρωτά ο Όσιος, είπε πως είχε επιθυμήσει λίγη αλευρόσουπα. Αλλά που να βρεθεί το αλεύρι;
Ο Όσιος Μακάριος, για ν’αναπαύσει τον άρρωστο αδελφό του, κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια κάνοντας πενήντα μίλια με τα πόδια για να βρει αλεύρι.

Ο Όσιος Ποιμήν ασκήτευε μαζί με τους τέσσερεις αδελφούς του στην Αιγυπτιακή έρημο. Ο Παΐσιος, ο νεώτερος αδελφός δεν είχε ακόμη κατορθώσει να διορθώσει τις αδυναμίες του κι’ εστενοχωρούσε  με τις αταξίες του τους άλλους.
-Αυτός ο μικρός δεν μας αφήνει σε ησυχία, είπε μια μέρα στεναχωρημένος στον μεγαλύτερο αδελφό του ο Αββάς Ποιμήν. Έλα να φύγουμε από το μέρος αυτό να ηρεμήσει ο λογισμός μας.
Επήραν τον δρόμο κι’ έψαχναν να βρουν τόπο κατάλληλο για να μείνουν. Ο Παΐσιος όμως κατάλαβε πως τ’ αδέλφια  του τον άφησαν κι’ έφυγαν κι’ εβγήκε να τους βρει.
Ο Αββάς Ποιμήν τον είδε από μακριά να έρχεται και είπε στον Αββά Ανούβ τον μεγαλύτερο
-Ας περιμένουμε τον Αδελφό που κοπιάζει να μας φτάσει
Τέλος επλησίασε εκείνος και τους παραπονέθηκε
-Που πηγαίνετε και με αφήνετε μόνο;
-Φεύγουμε να βρούμε ησυχία. Εσύ διαρκώς μας θλίβεις με τις απερισκεψίες σου, του είπε ο Αββάς Ποιμήν.
-Ναι, ναι, πάμε όλοι μαζί όπου θέλετε, είπε με αφέλεια ο νέος.
Βλέποντας την ακακία του ο Αββάς Ποιμήν, είπε στον μεγάλο του αδελφό
-Ας γυρίσουμε πίσω, Ανούβ. Νομίζω πως άθελα του ατακτεί ο νεαρός αυτός ή ο Θεός επιτρέπει έτσι για να δει την υπομονή μας.
Επέστρεψαν λοιπόν στο κελί τους και έζησαν όλοι μαζί μέχρι τέλους.
------------------------------------  
     Η αγάπη προς τον πλησίον. Ε

Ο υποτακτικός κάποιου Γέροντα έμενε σε μια καλύβα δέκα μίλια μακριά από την σκήτη. Μια μέρα θέλησε να τον ειδοποιήσει ο Γέρων να έλθει να πάρει το ψωμί του. ύστερα όμως σκέφτηκε: για λίγα ψωμιά να κάνω τον Αδελφό να περπατήσει δέκα μίλια; Ας του τα πάω μόνος. Έβαλε το ταγάρι στον ώμο και ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έκανε τέτοια πληγή στο πόδι που ήταν αδύνατον να σταματήσει το αίμα. Από τον υπερβολικό πόνο που ένοιωσε άρχισε να κλαίει.
-Γιατί κλαίς, Αββά; Άκουσε πίσω του μια γλυκιά φωνή να τον ρωτά.
Έστρεψε το κεφάλι του και είδε έναν ωραίον Άγγελο. Δεν φοβήθηκε όμως, αλλά του έδειξε με το δάκτυλο την πληγή.
-Παύσε να κλαίς γι αυτό το τιποτένιο πράγμα, τον πρόσταξε ο Άγγελος. Τα βήματα που κάνεις για την αγάπη του Αδελφού τα έχω μετρημένα και θα πάρεις την αμοιβή σου από τον Θεόν.
Ο Γέροντας πήρε θάρρος και χαρούμενος συνέχισε το δρόμο του. από τότε προθυμοποιήθηκε να εξυπηρετεί τους Αδελφούς.
Μια μέρα πήρε πάλι ψωμιά να τα πάει σ’ άλλον Ερημίτη που έμενε πολύ πιο μακριά. Συνέβη όμως να έρχεται κι εκείνος με τον ίδιο σκοπό και συναντήθηκαν στο δρόμο.
-Αδελφέ μου, είπε πρώτος ο Γέροντας, με κόπο απέκτησα έναμικρό θησαυρό και πρόλαβες εσύ να μου τον πάρεις.
-Μήπως η στενή πύλη χωράει μόνον εσένα, Αββά;. Κάνε λίγο τόπο να περάσουμε και μείς, του αποκρίθηκε ο Αδελφός.
Ενώ έλεγαν αυτά, ήλθε πάλι ο Άγγελος και τους είπε:
-Αυτή η φιλονικία σαν ευωδιαστό λιβάνι ανεβαίνει στον ουρανό.


Όταν ο Όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος ήταν υποτακτικός στο Μοναστήρι του Αγίου Ευθυμίου, πολύ νέος ακόμη στην ηλικία, του είχαν αναθέσει να ετοιμάζει το ψωμί των Αδελφών. Μια βροχερή ημέρα, ενώ ζύμωνε, μπήκε ένας Αδελφός στο φούρνο κι άφησε τα βρεγμένα ρούχα του να στεγνώσουν. Ο Σάββας που δεν είχε δει τι είχε κάνει ο άλλος, άναψε το φούρνο. Εν τω μεταξύ ήλθε κι εκείνος να τα πάρει και σαν είδε τον φούρνο αναμμένο, από την λύπη του κόντευε να κλάψει, γιατί δεν είχε άλλα ρούχα κι εκείνα που φορούσε ήταν δανεικά.
Βλέποντας ο Σάββας τη στεναχώρια του Αδελφού δεν έχασε καιρό. Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε μέσα στο φούρνο και μάζεψε τα ρούχα.
Και τι θαύμα! Ούτε τα ρούχα είχαν πειραχθεί καθόλου απο την φωτιά, ούτε και ο συμπαθέστατος νέος έπαθε τίποτα. Δεν τον έθιξαν οι φλόγες όχι για την ευσέβεια του, όπως τους τρείς Παίδας, αλλά για την φιλαδελφία του.


Τρείς Αδελφοί συμφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη ημέρα όμως που έπιασαν δουλειά. Την πρώτη ημέρα όμως που έπιασαν δουλειά έτυχε ν’ αρρωστήσει ο ένας από τους τρείς και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην σκήτη.
Οι άλλοι δύο που έμειναν είπαν μεταξύ τους.
-Δεν κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να θερίσουμε κι εκείνο που αναλογεί στον Αδελφό; Με την ευχή του θα το κατορθώσουμε
Το είπαν και το έκαμαν. Όταν τελείωσε το θέρισμα, κάλεσαν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του.
-Ποιο μισθό; Έλεγε εκείνος. Αφού δεν πρόλαβα να θερίσω.
-Με την ευχή σου έγινε όπως πρέπει η δουλειά, του απαντούσαν οι δύο άλλοι. Έλα τώρα να πληρωθείς.
Επειδή  εκείνος δεν εδέχετο να πάρει το μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του δώσουν, για να μην φιλονικούν επήγαν σ’ ένα γείτονα τους Γέροντα να τους λύσει την διαφορά.
-Αββά, άρχισε πρώτος ο Αδελφός που είχε αρρωστήσει, πήγαμε οι τρείς μας να θερίσουμε. Εγώ όμως προτού πιάσω δρεπάνι στο χέρι αρρώστησα και έφυγα. Οι Α:δελφοί εδώ με αναγκάζουν τώρα να πάρω μισθό που δεν εργάστηκα. Το βρίσκεις δίκαιο αυτό;
-Αββά, επενέβησαν οι άλλοι, οι τρείς μαζί αναλάβαμε εξήντα στρέμματα χωράφι. Αν θερίζαμε όλοι, είναι απίθανο να τελειώναμε στην ορισμένη προθεσμία. Όμως με την ευχή του Αδελφού οι δυό μας το βγάλαμε εις πέρας πολύ πιο γρήγορα. Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να πάρει το μισθό του;
Ο Γέροντας θαύμασε την αγάπη των Αδελφών εκείνων. Πήρε ευθύς το ξύλο κι έκρουσε για να μαζευτούν όλοι οι Μοναχοί της σκήτης σε σύναξη.
-Ελάτε, Πατέρες και Αδελφοί, να κάνουμε σήμερα μια δίκη, τους είπε, όταν συγκεντρώθηκαν, και διηγήθηκε την υπόθεση.
Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκάσουν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. Εκείνος τον επήρε κλαίγοντας κι έλεγε διαρκώς, πως την ημέρα εκείνη οι Αδελφοί τον είχαν αδικήσει.
-------------------------------------------
     Η αγάπη προς τον πλησίον. Στ.

Τέσσερεις φίλοι συμφώνησαν ν’ ασκητέψουν. Οι τρείς ησύχαζαν και ο τέταρτος ανέλαβε να τους υπηρετεί. Έδινε τα εργόχειρα τους στην αγορά του διπλανού χωριού κι ανέβαζε στο ησυχαστήριο τα αναγκαία τρόφιμα.
Ύστερα από λίγα χρόνια πέθαναν οι δύο κι έμειναν μόνοι ο διακονητής κι ένας από τους ησυχαστές. Κάποτε ο διακονητής που ήταν και πιο νέος, εκεί στο χωριό που κατέβαινε βρέθηκε σε πειρασμό κι έπεσε σε μεγάλη αμαρτία.
Κοντά στο ησυχαστήριο είχε στήσει την καλύβα του κι ένας Άγιος ερημίτης, που είχε λάβει από τον Θεόν διορατικό χάρισμα κι έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του εκείνα που δεν μπορεί να διακρίνει ο άνθρωπος με τα σωματικά του μάτια. Σ’ αυτόν το άγιο άνθρωπο απεκαλύφθη πως οι δύο ησυχαστές στον ουρανό παρακαλούσαν τον Θεόν να παραχωρήσει να φαγωθεί από άγριο θηρίο ο Αδελφός που έπεσε, για να ξεπλύνει με το αίμα του την αμαρτία, μην χάσει τον παράδεισο και χωριστούνε.
Καθώς λοιπόν επέστρεφε ο διακονητής από το χωριό, του επιτέθηκε ξαφνικά ένα άγριο λιοντάρι έτοιμο να τον κατασπαράξει. Ο άλλος Αδελφός που τον περίμενε επάνω στο ησυχαστήριο είδε από μακριά τον κίνδυνο και κατατρομαγμένος έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε τον Θεόν να γλυτώσει τον Αδελφό του από τα δόντια του θηρίου
Οι δύο στον Ουρανό, έβλεπε πάντα ο διορατικός Γέρων, έλεγαν με θέρμη.
-Κύριε, κάνε έλεος να κατασπαραχθεί από το θηρίο, για να εξιλεωθεί
-Κύριε, σώσε τον δούλο σου από τα δόντια του θηρίου, φώναζε κάθιδρος από αγωνία ο κάτω ησυχαστής.
Τότε έγινε κάτι απροσδόκητο: Ενώ το φοβερό Αφρικάνικο λιοντάρι είχε σχεδόν αρπάξει με τα μπροστινά του πόδια το θύμα τιυ από το λαιμό, έκανε ξαφνικά μεταβολή κι εξαφανίστηκε στην κοντινή ζούγκλα, σαν να το έδιωχνε ακατανίκητη δύναμη.
Και ο Άγιος Ερημίτης άκουσε φωνή να λέγει στους δύο στον ουρανό
-Είναι δίκαιο να γίνει το αίτημα εκείνου που αγωνίζεται ακόμη με την σάρκα κάτω στην γη. Σε σας αρκεί η εδώ ανάπαυσης και μακαριότητα.
Γεμάτος συντριβή και μετάνοια για την πτώση του, ύστερα μάλιστα από τέτοιο κίνδυνο που είδε με τα μάτια του ο διακονητής και αφού εξομολογήθηκε την αμαρτία του κλείστηκε στο κελί του και έκλαιγε μέχρι τέλους της ζωής του.
Ύστερα από μερικά χρόνια απέθαναν και δύο που είχαν απομείνει και είδε τους τέσσερεις μαζί στον Ουρανό ο Άγιος Ερημίτης.


Δύο νέοι Μοναχοί κατέβηκαν στην πόλη να πουλήσουν τα πανέρια τους. χωρίστηκαν και στο διάστημα αυτό ο ένας έπεσε σε μεγάλο σαρκικό αμάρτημα. Ύστερα, σκοτισμένος από την απόγνωση, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να γυρίσει στην έρημο.
-Πήγαινε μόνος. Εγώ θα μείνω εδώ, είπε στον άλλον μόλις συναντήθηκαν.
-Γιατί Αδελφέ μου, τι σου συμβαίνει; Τον ρωτούσε με καλοσύνη εκείνος, χωρίς να υποπτεύεται την αιτία.
-Αϊ, να λοιπόν, αφού επιμένεις να μάθεις, όταν χωριστήκαμε, εγώ επήγα σε γυναίκα. τώρα έχασα την ψυχή μου. Τι να κάνω στην έρημο;
Ο αγνός νέος ταράχτηκε τόσο στο άκουσμα της αμαρτίας που είχε πέσει ο αδελφό του. δεν το έδειξε όμως. Για να γλυτώσει μάλιστα από τα αρπαχτικά νύχια της απελπισίας, προσποιήθηκε πως είχε πάθει και αυτός το ίδιο.
-Ας πάμε πίσω στη έρημο, Αδελφέ, του είπε με δάκρυα στα μάτια, και ας κοπιάσουμε μαζί. Ο  Θεός σαν φιλάνθρωπος Πατέρας θα δει την μετάνοια μας και θα μας συγχωρέσει.
Μ’ αυτά και άλλα λόγια παρηγορητικά τον έπεισε να τον ακολουθήσει. Όταν ανέβηκαν στην σκήτη εξομολογήθηκαν μαζί κι εκανονίστηκαν   αυστηρά από τους πατέρες. Έναν ολόκληρο χρόνο μετανοούσε κι αγωνιζόταν ο αθώος για χάρη του ενόχου, παίρνοντας επάνω του όλη την ντροπή μια σοβαρές αμαρτίας, που δεν είχε ούτε καν διανοηθεί. Ο Θεός εδέχθη την προσφορά του και τον ικανοποίησε με αυτόν τον τρόπο:
Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν ένας από τους μεγάλους Γέροντας εκεί στην σκήτη, άκουσε φωνή να του λέει.
-Δια την πολλή αγάπη του αθώου συγχωρώ τον ένοχο.
Ύστερα απ’ αυτήν την διαβεβαίωση οι πατέρες έλυσαν και τους δύο από το επιτίμιο, χωρίς να μάθουν ποτέ ποιος ήταν ο πραγματικός φταίχτης.
------------------------------------------------

Η αγάπη προς τον πλησίον. Ζ
Δυο συνασκητές αγωνιζόντουσαν στην έρημο της Θηβαΐδας. Μα όσο ήσαν νέοι κι άπειροι κι ο διάβολος τους έστηνε ένα σωρό παγίδες.
Ο πιο νέος κάποτε πολεμήθηκε πολύ δυνατά στην σάρκα. Έχασε γι αυτό την ψυχραιμία του και την υπομονή του και είπε μια μέρα στον μεγαλύτερο΄
-Δεν αντέχω πια, θα γυρίσω στον κόσμο.
Εκείνος πάλι καταστεναχωρημένος για τον πειρασμό που βρήκε τον αδελφό του, προσπάθησε να τον συγκρατίσει.
-Δεν θα σ’ αφήσω να φύγεις απ’ εδώ του έλεγε, να χάσεις όλους σου τους κόπους και την αγνότητα σου.
Που να τον πείσει όμως!
-Δεν κάθομαι, επέμενε, θα φύγω, θα τα δοκιμάσω όλα κι’ ύστερα βλέπουμε. Αν θέλεις, έλα μαζί μου και γυρίζουμε πάλι πίσω κι δύο ή μένω για πάντα στον κόσμο.
Ο μεγαλύτερος αδελφός τότε μη ξέροντας τι να κάνει, πήγε να συμβουλευθεί ένα γείτονα τους Γέροντα.
-Πήγαινε μαζί του, του είπε εκείνος, όταν άκουσε τν υπόθεση. Ο Θεός για χάρη σου ελπίζω πως δεν θα τοβ αφήσει να ζημιωθεί.
Έτσι ξεκίνησαν οι δύο συνασκητές μαζί, να κατέβουν στην πόλη. Καθώς όμως πλησίαζαν, εκείνος που πειράζονταν, είπε ξαφνικά στον αδελφό του.
-Ας υποθέσουμε πως έκανα την επιθυμία μου. Τι κέρδισα με τούτο; Έλα, αδελφέ, να γυρίσουμε πίσω στην ησυχία μας.
Εκείνος τον έβλεπε σαστισμένος και δεν πίστευε στ’ αυτιά του. ύστερα θυμήθηκε τα λόγια του Γέροντα.
-Θα δει ο Θεός τον κόπο σου και δεν θα τον αφήσει να βλαφτεί.
Και πράγματι, ο αδελφός είχε ανακουφισθεί από τον πόλεμο κι γύρισαν ευχαριστημένοι κι οι δύο στα κελιά τους.

Ουδέποτε πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας λύπη στην καρδιά μου για τον πλησίον μου, έλεγε ο Αββάς Αγάθων. Και όσο πάλι εξαρτιότανε από μένα, δεν άφησα άνθρωπο να κοιμηθεί στεναχωρημένος.

Ο Αββάς Ισαάκ επίσης συνήθιζε να λέει.
-Δεν άφησα να μπει ποτέ σε αυτό το κελί λογισμός εναντίον αδελφού, που με στεναχώρησε. Φρόντισα όμως να μην αφήσω  και τον αδελφό μου να πάει στο κελί του έχοντας λογισμούς εναντίον μου.

Ο Αββάς Ιωάννης με μερικούς ακόμη αδελφούς πήγαιναν να επισκεφτούν κάποια μακρινή σκήτη. Περπατώντας νυχτωθήκανε κι ο Μοναχός που τους είχαν δώσει για οδηγό έχασε το δρόμο. Οι αδελφοί το κατάλαβαν κι ερώτησαν τον Γέροντα ιδιαιτέρως:
-Τι πρέπει να κάνουμε τώρα Αββά; Αν εξακολουθήσουμε να προχωρούμε, κινδυνεύουμε σ’ αυτήν την απέραντη έρημο.
-Αν δείξουμε πως καταλάβαμε ότι έχασε το δρόμο θα ντραπεί και θα στεναχωρηθεί ο αδελφός, είπε ο αγαθός Γέροντα. Θα προφασιστώ καλλίτερα πως είμαι κουρασμένος και δεν μπορώ να περπατήσω άλλο και ας μείνουμε εδώ μέχρι να ξημερώσει.
Έτσι κι έκανε για να μην λυπήσει τον αφηρημένο οδηγό τους.

Κάποιος αναχωρητής έμενε στην σκήτη προτού εγκατασυαθεί εκεί ο Όσιος Ποιμήν με τους τέσσερεις αδελφού του. ήταν καλός Πνευματικός και πολλοί χριστιανοί από τις γύρω πόλεις πήγαιναν σ’ αυτόν να εξομολογηθούν και να πάρουν τις συμβουλές του. Αφ’ ότου όμως έμεινε ο Όσιος Ποιμήν στην σκήτη, άφησαν τον αναχωρητή και πήγαιναν σ’ εκείνον. Αυτό στενοχωρούσε τον Όσιο και έλεγε συχνά στους αδελφούς του.
-Τι να κάνουμε με τον μεγάλο τούτο Γέροντα; Οι άνθρωποι με βάζουν σε ένοια. Πρέπει να βρούμε τρόπο να τον ευχαριστήσουμε.
Μια μέρα ετοίμασαν καλομαγειρεμένο φαγητό, έβαλαν και λίγο κρασί σε μια καράφα κι επήγαν όλοι μαζί να επισκεφτούν τον γείτονα τους αναχωρητή. Εκείνος όμως όταν τους είδε από μακριά, κρύφτηκε και έδωσε εντολή στον υποτακτικό του, να πει πως δεν ευκαιρούσε να δεχθεί επισκέψεις.
-Πες στον Αββά σου, αδελφέ, είπε τότε στον υποτακτικό ο Όσιος Ποιμήν, ότι είμαστε αποφασισμένοι να τον περιμένουμε εδώ έξω όλη την ημέρα. Δεν γυρίζουμε στο κελί μας αν δεν αξιωθούμε να πάρουμε την ευχή του.
Βλέποντας ο αναχωρητής την αγάπη και την ταπεινοφροσύνη τους, βγήκε και τους υποδέχθηκε με χαρά. Εκείνοι του έβαλαν μετάνοια και τον παρακάλεσαν να φάγουν μαζί από το φαγητό τους. συγκινημένος ο αναχωρητής από την καλοσύνη των αδελφών, την ώρα του γεύματος, αντί για πρόποση, τους είπε:
-Οφείλω να ομολογήσω, πως όχι μόνο όσα έχω ακούσει για σας είναι αληθινά, αλλ’ ότι διαπιστώνω πολύ περισσότερα με τα μάτια μου. Είστε πράγματι άνθρωποι του Θεού, όχι στην θεωρία, αλλά στην πράξη.
Από τότε ο αναχωρητής και ο Όσιος Ποιμήν έγιναν πολύ στενοί φίλοι.

Δώδεκα Μοναχοί περνούσαν για πρώτη φορά μια άγνωστη έρημο. Όταν νύχτωσε, παραπλανήθηκε ο οδηγός τους κι ετράβηξε τον αντίθετο δρόμο. Οι αδελφοί το κατάλαβαν γρήγορα, αλλ’ ο καθένας τους ξεχωριστά αγωνίστηκε ολόκληρη τη νύχτα να μην το φανερώσει, για να μην λυπήσει τον οδηγό. Όταν ξημέρωσε, είδε πια το λάθος του εκείνος.
-Συγχωρήστε με, αδελφοί, είπε σαστισμένος. Μου φαίνεται πως πήρα τον αντίθετο δρόμο.
-Το ξέρουμε, του αποκρίθηκαν εκείνοι, αλλά μην στεναχωρείσαι, γυρίζουμε πίσω.
Και χωρίς να δείξουν καμία απολύτως δυσαρέσκεια που είχαν περπατήσει όλη νύχτα άσκοπα μια απόσταση δώδεκα μιλίων, άρχισαν καινούργια πορεία.
Ο οδηγός θαυμάζοντας την ευγένεια τους, έλεγε και ξανάλεγε
-Μέχρι θανάτου μπορούν να συγκρατηθούν οι άνθρωποι του Θεού, για να μην λυπήσουν τον αδελφό τους.

Αν φιλονικήσουν δυο αδελφοί, λέγει ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, εκείνος που θα ζητήσει συγνώμη πρώτος, θα κερδίσει το στέφανο της νίκης. Θα γίνει συγκατάβαση και για τον άλλο, αν δεν περιφρονήσει τον αδελφό του, αλλά προθυμοποιηθεί να ειρηνεύσουν μεταξύ τους.

-----------------------------------------

Η αγάπη προς τον πλησίον. Η.

Ένας ερημίτης έστειλε μια μέρα στην πόλη τον υποτακτικό του ν’ ανεβάσει στην σκήτη μια καμήλα για να μεταφέρουν τα καλάθια τους στην αγορά.
Επιστρέφοντας τον συνάντησε κάποιος άλλος Ερημίτης, γείτονας του, και του είπε:
-Τι κρίμα να μην πάρω είδηση πως κατέβαινες στην πόλη! Θα σου ζητούσα να έφερνες μια καμήλα και για μένα, να πάω τα πανέρια μου στην αγορά.
Ο υποτακτικός το είπε στον Γέροντα του. Εκείνος τον πρόσταξε να δώσει παρευθύς την καμήλα στον γείτονα και να του πει πως το δικό του φορτίο είναι τακτοποιημένο.
-Πήγαινε μαζί του στην πόλη κι όταν τελειώσει εκείνος, φέρε πίσω το ζώο να φορτώσουμε και μείς.
Ο υποτακτικός έκανε πρόθυμα την προσταγή του Γέροντα. Όταν τυελείωσε τη δουλειά του πήρε πάλι την καμήλα.
-Που πηγαίνεις, Αδελφέ; Τον ρώτησε εκείνος.
-Πίσω στην σκήτη να μεταφέρω τα καλάθια μας. Την ευχή σου, Αββά, είπε ο νέος κι έφυγε τρεχάτος να προλάβει.
Λυπήθηκε πολύ ο γείτονας σαν άκουσε πως είχαν αφήσει στην μέση τη δουλειά τους, για να τον εξυπηρετήσουν και, όταν επέστρεψε στην έρημο, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα λέγοντας
-Συγχώρησε με, Αδελφέ, αλλά η πολλή σας αγάπη κέρδισε τον καρπό του κόπου μου.

Ένας Αδελφός, που έπιασε να ράψει τα χερούλια στα ζεμπίλια, που είχε έτοιμα για την αγορά άκουσε τον γείτονα του να μονολογεί
-Τι να κάνω που έφθασε η αγορά και δεν έχω ετοιμάσει τα χερούλια για τα ζεμπίλια μου ο αμελής
Τότε ο Αδελφός επήρε τα δικά του χερούλια και τα πήγε στον γείτονα του.
-Αυτά μου περισσεύουν, του είπε, Μήπως σου χρειάζονται;
Εκείνος τα δέχτηκε με ανακούφιση, σαν δώρο από τον Θεό, χωρίς να υποπτεύεται πως ο αδελφός του άφησε ατέλειωτο το εργόχειρο του για να τον αναπαύσει.

Δύο συνασκητές αγρυπνούσαν μια νύχτα στο εργόχειρο. Έφτιαχναν κλωστή από καννάβι για να πλέξουν ύστερα σχοινί. Μα η κλωστή του ενός διαρκώς κοβόταν. Άρχισε κι αυτός να χάνει την υπομονή του και να θυμώνει με τον άλλο που η δουλειά του προχωρούσε ομαλά. Εκείνος όμως τι κατάλαβε και για να μην στενοχωρείται ο αδελφός του, κάθε φορά του έσπαγε η κλωστή, έκοβε με τρόπο την δική του. Έτσι έμεναν στο ίδιο σημείο και οι δύο και η δουλειά τελείωσε χωρίς να συμβεί μεταξύ τους δυσαρέσκεια.


Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε σε κάποιον Γέροντα, να πάρει οδηγίες. Συνομίλησαν πολύ ώρα για πολλά πράγματα γύρω από την ζωή τους. Ωφελημένος ο νέος και με ψυχική ικανοποίηση σηκώθηκε να φύγει.
-Συγχώρεσε με, Αββά, είπε καθώς έβαζε μετάνοια στον Γέροντα, σ’ εμπόδισα από την προσευχή σου μα την επίσκεψη μου σήμερα.
-Δική μου προσευχή, τέκνον, αποκρίθηκε με καλοσύνη ο αγαθός Γέροντας, είναι να σε αναπαύσω και να σε στείλω ωφελημένο ψυχικά στο κελί σου.


Ένας Μοναχός πολύ απλός και άπλαστος, πήγαινε συχνά στον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό για να ωφελείται από τις σοφές συμβουλές του. Εκείνος τον δεχόταν με αγάπη και δεν έπαυε να τον διδάσκει. Κάθε φορά που πήγαινε και κάτι καινούργιο είχε να του πει γύρω από την πνευματική ζωή. Ο Μοναχός  όμως πολύ λίγα καταλάβαινε από όσα του έλεγε ο Γέροντα και από αυτά τα περισσότερα τα λησμονούσε . Έτσι ρωτούσε και ξαναρωτούσε όλο τα ίδια πράγματα.
Κάποτε σταμάτησε τις επισκέψεις του. Ο Γέροντας απόρησε γι αυτό. Μια Κυριακή λοιπόν που συναντήθηκαν στην Εκκλησία τον ρώτησε
-Έχω πολύ καιρό να σε ιδώ, Αδελφέ. Τι σου συμβαίνει; Μήπως αρρώστησες;
-Όχι Αββά, αποκρίθηκε ο Μοναχός, αλλά όπως βλέπεις ο νους μου είναι παχύς και δεν παίρνει εύκολα τις συμβουλές σου και ντρέπομαι να σ’ ενοχλώ διαρκώς για τα ίδια πράγματα.
-Πάρε αυτό, του είπε τότε ο Αββάς Ιωάννης, και του έδειξε ένα λυχνάρι, που βρισκόταν στην γωνιά της Εκκλησίας και άναψε το.
Ο αδελφός το άναψε.
-Πήγαινε τώρα και φέρε τα λυχνάρια των αδελφών και άναψε τα όλα παίρνοντας φως από τούτο εδώ. Ο άπλαστος μοναχός έκαμε παρευθύς την προσταγή του Γέροντα.
-Μήπως λιγόστεψε το φώς του λυχναριού, ρώτησε ο Γέροντας, επειδή άναψες μ’ αυτό τόσα άλλα λυχνάρια;
-Όχι βέβαια, είπε χαμογελώντας ο αδελφός.
-Ούτε και ο Ιωάννης χάνει τίποτε, έστω και αν  συμβουλεύει ολόκληρη τη σκήτη. Να έρχεσαι λοιπόν κι εσύ χωρίς δισταγμό.
Από τότε ο αδελφός πήγαινε τακτικά στο Γέροντα και με την βοήθεια του έγινε άριστος Μοναχός.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου