Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ (πλήρες)


Ο Αββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του και διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρη συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε.
-Φέρε τον εμένα αδελφέ. Τον κρατούσε στο κελί του και με την καλοσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και το έστελνε σωφρονισμένο στο Γέροντα του.
Στην Εκκλησία πάλι το προσφιλές του κήρυγμα ήταν το «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών..»
-Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας, εφώναζε από τοβ άμβωνα του ο Άγιος Γέροντας.

Ένας από τους Πατέρες της ερήμου έκανε αυτήν την παραστατική διδασκαλία στους νεότερους αδελφούς:
-Υπόθεσε, αδελφέ μου, ότι
αυτήν την στιγμή παίρνω το πρόσωπο του δίκαιου Κριτού και ανεβαίνω στο δικαστικό βήμα. Σε ερωτώ λοιπόν «-Τι θέλεις να σου κάνω;» Αν μου πεις, «-ελέησε με» σου αποκρίνομαι «-ελέησε και συ τον αδελφό σου» αν πάλι μου πεις «-συγχώρησον μου» σου απαντώ «-συγχώρησε και συ τα σφάλματα του πλησίον σου».
-Μήπως είναι άδικος ο κριτής; Μη γένοιτο!
Αδελφέ στο χέρι σου είναι να κερδίσεις την συμπάθεια του Κριτού, αρκεί να έχεις μάθει να συγχωράς.

Ένας αδελφός που έτυχε να αδικηθεί από κάποιον άλλο επήγε στον Αββά Σισώη και του εξομολογήθηκε.
-Πάτερ ο τάδε αδελφός με αδίκησε κι ο λογισμός μου με βασανίζει να τον εκδικηθώ.
-Όχι τέκνον, άρχισε να συμβουλεύει ο Όσιος. Άφησε την εκδίκηση στα χέρια του Θεού.
-Δεν θα ησυχάσω, αν δεν τον κάνω να πονέσει, όπως πόνεσα κι εγώ, εξακολουθούσε να λέγει συνεπαρμένος από το πάθος του ο νέος.
Αφού δεν έπαιρνε από λόγια, ο Όσιος τον φώναξε να κάνουν προσευχή μαζί, για να τον φωτίσει ο Θεός να καταλάβει ποιο ήταν το ψυχικό του συμφέρον. Γονάτισαν ο ένας δίπλα στον άλλον και ο Αββάς Σισώης, σηκώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό είπε αυτήν την προσευχή
-Κύριε και Θεέ μας, εμείς τα παιδιά σου, σού δηλώνουμε σήμερα με τις πράξεις μας, ότι δεν έχουμε πια ανάγκη να έχεις Συ την φροντίδα μας, γιατί μάθαμε μόνοι μας να φροντίζουμε για τον εαυτόν μας και αυτοπροσώπως να εκδικούμεθα για λογαριασμό μας.
Ταράχτηκε ο αδελφός ακούγοντας τα λόγια της προσευχής, έστω και αν ήσαν απολύτως σύμφωνα με την ψυχική του κατάσταση.
-Συγχώρεσε με, Πάτερ, είπε μετανοημένος στον Άγιο Γέροντα. Δεν επιθυμώ πια να εκδικηθώ τον αδελφό μου.

Κάποιος χριστιανός πήγε να συμβουλευθεί τον Αββά Σιλουανό.
-Έχω ένα θανάσιμο εχθρό, Πάτερ, του εξομολογήθηκε. Τα κακά που μου έχει προξενήσει αυτός ο άνθρωπος είναι αναρίθμητα. Προ καιρού κέρδισε με απάτη ένα μεγάλο κομμάτι από το χωράφι μου. Με συκοφαντεί, όπου βρεθεί, κακολογεί κι εμένα και την οικογένεια μου. Μου έχει κάνει τον βίο αβίωτο. Τώρα τελευταία μάλιστα επιβουλεύεται και την ζωή μου. Πριν από λίγες ημέρες έμαθα πως αποπειράθηκε να με δηλητηριάσει. Δεν παίρνει άλλο λοιπόν. Είμαι αποφασισμένος να τον παραδώσω στην δικαιοσύνη.
-Κάνε όπως θέλεις, του είπε με αδιαφορία ο Αββάς Σιλοανός.
-Δεν νομίζεις, Πάτερ, πως όταν τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά, όπως του πρέπει, θα σωθεί η ψυχή του; Ρώτησε ο άνθρωπος, που τώρα άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ψυχική ωφέλεια του εχθρού του.
-Κάνε ο,τι σε αναπαύει, εξακολουθούσε νε λέγει με το ίδιο ύφος ο Όσιος.
-πηγαίνω, λοιπόν, στον δικαστή κατ’ ευθείαν, είπε ο χριστιανός και σηκώθηκε να φύγει.
-Μη βιάζεσαι τόσο, του είπε με ηρεμία ο Όσιος. Ας προσευχηθούμε πρώτα να κατευοδώσει ο Θεός την πράξη σου.
Άρχισε το «Πάτερ ημών»
«Και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», ακούστηκε να λέγει μεγαλοφώνως ο Όσιος, σαν έφτασε σε αυτόν τον στοίχο.
-Λάθος, Αββά, δε λέγει έτσι η Κυριακή Προσευχή, έσπευσε να διορθώσει ο χριστιανός.
-Έτσι όμως είναι, αποκρίθηκε μ’ όλη του την απάθεια ο Γέρων. Αφού αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό σου στο δικαστή, ο Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα.

Ένας Γέροντας είδε μια μέρα δυο αδελφούς να μεταφέρουν ένα λείψανο.
-Τους νεκρούς βαστάζετε; Τους φώναξε. Δεν πηγαίνετε καλύτερα να βαστ’αζετε τους ζωντανούς.

Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στην σκήτη να επισκεφτούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από την καλύβα του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.
-Πως ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; Ρώτησαν τον Γέροντα
-Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, αποκρίθηκε ο αγαθός Γέρων, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και να τα διώξω. Κάθε φορά όμως αναβάλω, λέγοντας στον εαυτό μου, «αν τόσο μικρή ενόχληση δεν ανέχεσαι, πως θα σηκώσεις ένα πιο μεγάλο πειρασμό; Έτσι συνηθίζω να δέχομαι ευχαρίστως τις μικροδοκιμασίες, που μου στέλνει ο Κύριος μου.    
--------------------------
Ανεξικακία Β
Κάποιος Ερημίτης είχε ένα νεαρό μαθητή δύστροπο. Με κανένα τρόπο δεν εννοούσε ν’ ακούσει τις συμβουλές του Γέροντα του και να διορθωθεί. Ο Όσιος μακροθυμούσε, ελπίζοντας πως με τον καιρό θα φρονίμευε.
Μια μέρα ο υποτακτικός του κλείδωσε το κελλαρικό που φίλαγαν τι λίγα τρόφιμα τους και κατέβηκε στην πόλη, χωρίς να πει σε  κανένα τίποτα κι έμεινε δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Γέροντας του έμεινε νηστικός, αφού δεν εύρισκε τι να φάει. Κάποτε τέλος πάντων, τον πήρε χαμπάρι ένας γείτονας του και του πήγε λίγες μαγειρεμένες φακές.
-Σαν ν’ άργησε πολύ ο υποτακτικός σου, είπε ο γείτονας
Και ο αγαθότατος Γέροντας, μ’ όλη του την ανεξικακία
-Ε, όταν ευκαιρήσει ο αδελφός, θα έλθει πάλι, αποκρίθηκε.

Φλέγομαι από τον πόθο να μαρτυρήσω για την αγάπη του Χριστού, είπε μια μέρα ένας αρχάριος Μοναχός σ’ έναν έμπειρο Γέροντα
-Αν την ώρα του πειρασμού σηκώσεις ευχαρίστως το βάρος του αδελφού σου, αποκρίθηκε εκείνος, είναι σαν να ρίχτηκες στην κάμινο των τριών παίδων.

Ένας από τους Γέροντες δίνει την ακόλουθη αξιοπρόσεκτη συμβουλή.
-Αν μεταξύ σου και κάποιου άλλου ειπωθούν λόγια δυσάρεστα κι εκείνος ύστερα από λίγο, αρνηθεί αυτά που είπε, συ μην επιμένεις να του λέγεις, ναι τα είπες, γιατί σίγουρα θα παρεκτραπεί πάλι και θα σου απαντήσει
-Ναι, τα είπα. Και τι με τούτο:
Και έτσι θα μεγαλώσει η φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τα πικρά λόγια για να έλθει μεταξύ σας ομόνοια και ειρήνη.

Μας λέγει η παράδοση ότι ο Απόστολος Ιάκωβος ο αδελφός του Ευαγγελιστή Ιωάννου, την ώρα που οδηγούνταν στο μαρτύριο, συνάντησε στον δρόμο εκείνον που τον είχε καταδώσει. Τον σταμάτησε και τον φίλησε λέγοντας του:
-Ειρήνευε, αδελφέ.
Βλέποντας εκείνος τόση ανεξικακία, θαύμασε κι εφώναξε με ενθουσιασμό:
-Χριστιανός είμαι από σήμερα κι εγώ.
Ύστερα από αυτήν την ομολογία αποκεφαλίστηκε μαζί με τον Απόστολο.

Ο Αββάς Ζωσιμάς έδωσε κάποτε μερικά βιβλία σ’ ένα καλλιγράφο να του τα αντιγράψει. Όταν εκείνος τα ετοίμασε, ειδοποίησε τον Όσιο να στείλει να τα πάρει. Κάποιος άλλος όμως, που ήξερε την παραγγελία, πήγε δήθεν εκ μέρους του Αββά Ζωσιμά και παράλαβε τα βιβλία. Ύστερα από λίγο έστειλε κι ο Γέροντας το μαθητή του να τα πάρει. Κατάλαβε ο καλλιγράφος πως εξαπατήθηκε από τον άλλο και ταραγμένος απειλούσε:
-Δεν θα  πέσει στα χέρια μου; Θα τον κανονίσω, όπως του αξίζει, τον αυθάδη.
Όταν το άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς παρήγγειλε στον καλλιγράφο:
-Αποκτούμε βιβλία, αδελφέ, για να μας διδάξουν αγάπη κι ανεξικακία. Αν πρόκειται για χάρη του να μαλώνουμε, χίλιες φορές καλύτερα να μας λείπουν.   «Δούλον Κυρίου ου δει μάχεσθαι»

Ένας ησυχαστής μια νύχτα δέχτηκε επίσκεψη ληστών. Φοβήθηκε κι άρχισε να καλεί βοήθεια. Ξύπνησαν οι αδελφοί, κυνήγησαν τους ληστές και τους έβαλαν φυλακή. Ύστερα όμως μετανόησαν γι αυτό και το εξομολογηθήκανε στο Όσιο Ποιμένα.
Ο Όσιος λυπήθηκε, που είδε  τόση μικροψυχία στους μοναχούς κι έγραψε στον Ησυχαστή:
-Σκέψου καλά, αδελφέ, να βρείς από πού πήγασε η πρώτη προδοσία και θα καταλάβεις ευθύς και της δεύτερης την αιτία. Αν συ ο ίδιος δεν είχε προδοθεί από την ολιγοπιστία και την δειλία σου, δεν θα παρέδιδες στα χέρια της εξουσίας ανθρώπους για να τιμωρηθούν, όσο κακή και αν ήταν η πράξη τους.
Όταν άκουσε αυτά ο Ησυχαστής, κατάλαβε το σφάλμα του και φρόντισε να βγάλει τους ανθρώπους από την φυλακή.

Κάποιος σοφός Πατήρ λέγει:
«Εκείνος που αδικείται και συγχωρεί, μοιάζει με τον Ιησού. Εκείνος που δεν αδικεί μεν, αλλ’ ούτε να αδικιέται του αρέσει, είναι στη θέση του Αδάμ. Ο άδικος όμως, ο κακεντρεχής κι ο συκοφάντης δεν διαφέρει από τον διάβολο»
---------------------------
Ανεξικακία Γ
Ο Αββάς Γελάσιος είχε ένα πολύ ωραίο βιβλίο, που περιείχε καλλιγραφημένη την Παλαιά και την καινή Διαθήκη. Άξιζε του είχαν πει, πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Το άφηνε όμως στην Εκκλησία να το χρησιμοποιούν όλοι οι αδελφοί στην σκήτη. Κάποτε ένας περαστικός καλόγερος έκλεψε το βιβλίο. Ο Αββάς Γελάσιος, αν και κατάλαβε αμέσως, δε θέλησε να κυνηγήσει τον κλέπτη.
Εκείνος μόλις κατέβηκε στην πόλη βρήκε αγοραστή κι άρχισε να διαπραγματεύεται την πώληση του βιβλίου. Γύρευε δεκαέξι νομίσματα. Ο αγοραστής έλεγε πως δεν άξιζε τόσο. Τέλος συμφώνησαν να του το αφήσει ο καλόγερος το βιβλίο, να το δείξει σε κάποιο γνωστό του, ειδικό σ’ αυτά. Έτσι πήρε ο άνθρωπος το βιβλίο και το πήγε στον Αββά Γελάσιο, που ήταν φίλος του.
-Να αγοράσω αυτό το βιβλίο για δεκαέξι νομίσματα, Αββά; Αξίζει τόσο, τον ρώτησε.
Ο Όσιος το γνώρισε αμέσως, αλλά δεν το φανέρωσε. Το πήρε στα χέρια του, το ψηλάφησε, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά.
-Αξίζει, αγόρασε το, είπε στον φίλο του.
Γυρίζοντας όμως εκείνος δεν είπε την αλήθεια.
-Έδειξα το βιβλίο σου στον Αββά Γελάσιο και μου είπε πως γυρεύεις πολλά. Δεν αξίζει τόσο.
-Δεν σου είπε άλλο τίποτα; Ρώτησε εκείνος ταραγμένος, μόλις άκουσε για τον Αββά Γελάσιο
-Όχι.
-Μετανόησα. Δεν θα το πουλήσω, είπε ύστερα από λίγο ο καλόγερος.
Μέσα του γινόταν μια πάλη. Από την μια μεριά θαύμαζε την ανεξικακία του Οσίου κι από την άλλη ελεγχόταν για την κακή του πράξη. Πήρε λοιπόν το βιβλίο κι ανέβηκε στη σκήτη. Όταν βρήκε τον Αββά Γελάσιο, έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρεση, δίνοντας πίσω το κλοπιμαίο. Εκείνος πάλι, όχι μόνο τον συγχώρεσε μ’ όλη του την ψυχή, αλλ’ επέμενε να του χαρίσει το βιβλίο. Που να το δεχτεί τώρα ο καλόγερος!
-Αν δεν το πάρεις πίσω Αββά, δεν θα βρεί ανάπαυση η ψυχή μου.
-Αν είναι έτσι, πήγαινε στην Εκκλησία και άφησε το εκεί απ’ όπου το πήρες, του είπε με καλοσύνη ο Όσιος.
Από τότε διορθώθηκε ο κακοσυνηθισμένος καλόγερος και ποτέ δεν έπεσε σε τόσο βαρύ σφάλμα.

Μια φορά μπήκαν ληστές στην καλύβα του Αββά Ευπρεπίου και του πήραν τα φτωχικά του πράγματα. Ο Γέρων ήταν εκεί και λέγουν μάλιστα πως τους βοήθησε να τα φορτώσουν στις καμήλες τους. Όταν εκείνοι έφυγαν πιά, βρήκε ο Όσιος ένα ραβδί, που κάποιος φαίνεται πως το ξέχασε στη βιασύνη του. Το πήρε κι έτρεχε από πίσω τους, για να τους το επιστρέψει.

Τρείς ληστές επετέθησαν και εναντίον του Αββά Θεοδώρου κάποτε. Οι δύο τον κρατούσαν ακίνητο κι ο τρίτος μάζευε τα πράγματα του. Όταν τα φόρτωσε όλα στην καμήλα τους, έβαλε από πάνω και τον μανδύα που φορούσε ο Γέρων στις συνάξεις.
-Αφήστε, αυτόν τον μανδύα, γιατί πολύ μου χρειάζεται, είπε ο Αββάς Θεόδωρος.
Οι ληστές όμως γέλασαν με κέφι και τον ειρωνεύτηκαν. Τότε εκείνος, χειροδύναμος καθώς ήταν, με μια κίνηση έριξε κάτω τους δύο που τον κρατούσαν κι ελευθερώθηκε. Βλέποντας τη δύναμη του, οι ληστές φοβήθηκαν και ήταν έτοιμοι να φύγουν. «Που πάτε δειλοί;» τους είπε ο Όσιος, «-Χωρίστε τα πράγματα σε τέσσερα μέρη. Κρατήστε τα τρία για σας κι αφήστε μου το ένα». Έτσι του έμεινε ο μανδύας της συνάξεως.

Λέγουν και για τον Αββά Ιωάννη τον Πέρση οι Πατέρες, πως κάποτε πήγαν στην καλύβα του κακοποιοί με φανερή πρόθεση να τον σκοτώσουν. Εκείνος ο μακάριος ετοίμασε νιπτήρα κι έσκυψε να τους πλύνει τα πόδια, όπως θα έκανε στους πιο καλούς του φίλους. Τότε οι κακοποιοί, ντροπιασμένοι, τον άφησαν κι έφυγαν.

Μια νύχτα πήγαν ληστές σε κάποιον Ερημίτη.
-Ήλθαμε να πάρουμε τα πράγματα σου, του είπαν άγρια.
-Κοπιάστε και πάρτε ότι σας αρέσει, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς να χάσει καθόλου την ψυχραιμία του.
Άδειασαν στη στιγμή τη φτωχική του καλύβα κι έφυγαν βιαστικοί. Λησμόνησαν όμως να πάρουν ένα μικρό φλασκί που ήταν κρεμασμένο από το δοκάρι της στέγης. Ο Ερημίτης το ξεκρέμασε και, τρέχοντας πίσω από τους ληστές, φώναζε για να τον ακούσουν να σταματήσουν.
-Γυρίστε πίσω, αδελφοί, να πάρετε και τούτο.
Και τους έδειχνε από μακριά το μικρό φλασκί.
Θαύμασαν την ανεξικακία του εκείνοι και γύρισαν, όχι για να πάρουν το φλασκί, αλλά για να βάλουν μετάνοια και να του δώσουν πίσω όλα του τα πράγματα.
-Αυτός μάλιστα, είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού, έλεγαν μεταξύ τους.

Θέλησε κάποτε να δοκιμάσει δύο νεοφερμένους αδελφούς στη σκήτη ένας από τους μεγάλους Γέροντες. Μπήκε στο μικρό τους κήπο κι άρχισε να καταστρέφει με το ραβδί του ένα-ένα όλα τα λαχανικά. Οι αδελφοί τον έβλεπαν από την μισάνοικτη πόρτα του κελιού τους, αλλά δεν φανερώθηκαν έως ότου τα κατέστρεψε σχεδόν όλα. Όταν είχε μείνει πια μια ρίζα μόνο και ήταν έτοιμος να την χαλάσει κι αυτή βγήκε έξω ο νεώτερος αδελφός και του είπε με πολύ σεβασμό.
-Αν ευλογεί η αγιοσύνη σου, Αββά, άφησε τούτο να το μαγειρέψω για να σε φιλοξενήσω.
Ικανοποιημένος ο Γέρων από την ανωτερότητα του αδελφού τον φίλησε και του είπε:
-Βλέπω το Πνεύμα του Θεού να αναπαύεται σε σένα αδελφέ, για την πολλή σου ανεξικακία.

Με την κακία δεν μπορείς να διώξεις την κακία-λέγει ο Όσιος Ποιμήν. Αν λοιπόν σου κάνει κανένα κακό ο αδελφός σου, προσπάθησε συ να του το ανταποδώσεις με καλό. Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία.

Κάποιος πιστός την εποχή των διωγμών της Εκκλησίας προδόθηκε από μια δούλη του. Αφού βασανίστηκε σκληρά, οδηγήθηκε έξω από την πόλη για ν’ αποκεφαλισθεί. Μόλις την είδε έβγαλε το χρυσό του δακτυλίδι της το έδωσε και σφίγγοντας μ’ ευγνωμοσύνη το χέρι της είπε:
-Ευχαριστώ από την ψυχή μου που έγινες αιτία ν’ απολαύω τέτοια τιμή, να γίνω Μάρτυς του Χριστού μου.
-----------------------------
Ανεξικακία Δ
Ένας αγαθότατος Γέροντας γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη Μοναχό, που βαριόταν να δουλέψει και για να ζήσει πήγαινε κρυφά στην καλύβα του γείτονα του και του έκλεβε τα πράγματα.
Ο Ερημίτης το είχε καταλάβει, αλλά δεν έκανε ποτέ του λόγο γι’ αυτό στον ένοχο.
-Για να κάνει τέτοια πράξη, θα έχει πολλή ανάγκη ο Αδελφός, έλεγε συχνά στον εαυτό του ο αγαθός Γέροντας.
Δούλευε όμως σκληρά, για να τα καταφέρει να ζήσει και με όλο τούτο υστερείτο, γιατί πάντοτε ο κλέπτης παίρνοντας για κουταμάρα τη σιωπή του είχε εντελώς αποθρασυνθεί και δεν του άφηνε σχεδόν ούτε ψωμί να φάγει.
Έφθασε η ώρα να κοιμηθεί ο Ερημίτης και οι αδελφοί της σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του να πάρουν την ευχή του. Ανάμεσα τους ο ετοιμοθάνατος είδε εκείνον που τόσα χρόνια τον είχε κάνει να υποφέρει με τις κλεψιές του. Του έγνεψε να πάει κοντά του, και, όταν εκείνος πλησίασε, πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά του κι’ άρχισε να τα φιλά.
-Ευχαριστώ τα χέρια αυτά, έλεγε, που έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον Παράδεισο.

Αν μάθεις πως κάποιος σε μισεί-λέγει ένας από τους Πατέρες- μη του κρατάς κακία. Αν μπορείς μάλιστα στείλε του ένα δώρο. Έτσι θα έχεις το θάρρος νε πεις στον Χριστό την ώρα της κρίσεως
-Άφες μου, Δέσποτα, τα οφειλήματα  μου, καθώς και εγώ αφήκα τα οφειλήματα του πλησίον μου.

Ένας Μοναχός έχασε το δρόμο του καθώς περπατούσε στην απέραντη έρημο και για πολλές ημέρες περιπλανιόταν άσκοπα. Επιτέλους συναντήθηκε με κάτι περαστικούς ανθρώπους και τους παρακάλεσε να του δείξουν τον τόπο που ήθελε να πάει. Εκείνοι όμως ήσαν κακοποιοί και βλέποντας τον μόνο και ξένο τον παρέσυραν πολύ μακριά με το σκοπό να τον ληστέψουν. Ένας μάλιστα απ’ αυτούς τον πήρε από πίσω.
Ο Μοναχός κατάλαβε τις κακές προθέσεις τους, αλλά δεν είπε τίποτε. Σαν έφθασαν κοντά στον ποταμό και επεχείρησαν να τον περάσουν, βγήκε ξαφνικά ένας μεγάλος κροκόδειλος και όρμησε εναντίον του ληστή. Τόσο αιφνίδια ήταν η επίθεση που εκείνος τα έχασε και χωρίς άλλο θα κατασπαραζόταν από τα δόντια του θηρίου, αν δεν προλάβαινε ο Μοναχός να τον γλυτώσει βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του την ζωή.
Συγκινημένος ο ληστής από το φέρσιμο του Μοναχού έπεσε στα πόδια του και του ζητούσε συγνώμη για το κακό που θα του έκανε.
-Σαν περνούσαμε το ποτάμι, του ομολόγησε, είχα σκοπό να σε σκοτώσω, αλλ’ η καλοσύνη σου με πρόλαβε.

Ο Γραμματικός του Επισκόπου μια επαρχίας στην Αίγυπτο έκλεψε κάποτε το ταμείο της Επισκοπής μαζί με τα πολύτιμα αφιερώματα της Εκκλησίας και εξαφανίστηκε. Καθώς όμως περιπλανιόταν στις ερημιές για να μην τον πιάσουν, έπεσε στα χέρια Βεδουίνων ληστών που, όχι μόνο τον κλεμμένο θησαυρό του πήραν, αλλά και τον ίδιο αιχμαλώτισαν και τον μετέφεραν στα βάθη της Αφρικής.
Μαθαίνοντας ο Επίσκοπος τη συμφορά του κακού γραμματικού του το συμπόνεσε και πλήρωσε ογδόντα πέντε χρυσά νομίσματα να τον εξαγοράσει. Κι όταν επέστρεψε πίσω πάλι, με τόση καλοσύνη τον υποδέχθηκε, που οι χριστιανοί θαύμαζαν κι έλεγαν μεταξύ τους.
-Δεν υπάρχει πιο συμφέρον πράγμα από το να σφάλει κανείς στον Επίσκοπο.
 -----------------------
Ανεξικακία Ε
Από την διδασκαλία σοφού Γέροντα.
Κάθε φορά που η σκέψη σου τρέχει στο πρόσωπο που σε έθλιψε, σε πρόσβαλε ή με οποιοδήποτε τρόπο σε ζημίωσε, πείσε τον εαυτό σου να τον θεωρείς σαν ευεργέτη, σαν ιατρό σταλμένο από τον Ιησού να θεραπεύσει τις αμέτρητες πληγές σου.
Θλίβεσαι όταν θυμάσαι εκείνον που σου έκανε κακό; Αυτό είναι σημάδι ψυχικής αρρώστιας, αν η ψυχή σου δεν ασθενούσε, συ δεν θα έπασχες. Ευχαρίστα λοιπόν εκείνον που σε λύπησε και προσεύχου γι’ αυτόν. Σκέψου πως γίνεται αιτία ν’ αντιληφθείς την ασθένεια σου.
Μάθε να δέχεσαι τις δοκιμασίες, που σου προξενούν οι άνθρωποι σαν θεραπευτικά φάρμακα σταλμένα από τον Ουράνιον Ιατρόν. Αν αγανακτείς εναντίον τους, είναι σαν να λέγεις στον Ιησού
-Δεν θέλω τα φάρμακα σου. Προτιμώ καλλίτερα τη σήψη των ψυχικών τραυμάτων μου.
Συλλογίσου πόση υπομονή κάνουν εκείνοι που υποβάλλονται σε σωματική θεραπεία. Εγχειρίζονται, καυτηριάζονται, πίνουν καθαρτικά που μόνο η σκέψη τους φέρνει αηδία. Επειδή όμως έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι δεν μπορούν με άλλο τρόπο ν’ απαλλαγούν από την ασθένεια, υποφέρουν ευχαρίστως την θεραπεία κι ευχαριστούν τον γιατρό. Δέξου και συ σαν καυτήρα του Μεγάλου Ιατρού εκείνον που σε ή σε περιφρονεί, βέβαιος πως σου θεραπεύει την κενοδοξία. Καθαρτικό είναι εκείνος που σε ζημιώνει και σ’ αδικεί, αλλά σε απαλλάσσει από την πλεονεξία.
Αποφεύγοντας τις ωφέλιμες δοκιμασίες χάνεις την ευκαιρία να διρθωθείς για να γίνεις κατάλληλος για την ουράνιο ζωή. Ποιος άλλος θα μπορούσε να προξενήσει μεγαλύτερη δόξα στον πρωτομάρτυρα Στέφανο από εκείνους που τον λιθοβόλησαν;

Την παρακάτω ιστορία την διηγείται στους μαθητές του ο Αββάς Ζωσιμάς.
Κοντά σε ένα Κοινόβιο είχε στήσει την καλύβα του ένας Γέροντας, που όλοι γύρω οι Αδελφοί τον υπεραγαπούσαν. Εκεί κοντά έμενε και κάποιος άλλος Ερημίτης.
Κάποτε ο Γέροντας έλειψε για λίγες ημέρες κι ο γείτονας του, βρήκε την ευκαιρία, μπήκε στην καλύβα του κα του πήρε τα βιβλία του και τα’ άλλα μικροπράγματα που είχε. Όταν γύρισε εκείνος και βρήκε την καλύβα του ανοικτή και άδεια, πήγε να πεί στον γείτονα του τι του συνέβαινε. Προβάλλοντας στην πόρτα του είδε τα πράγματα του στην μέση του κελιού του γείτονα. Δεν είχε προλάβει ακόμη να τα συμμαζέψει. Ο αγαθός Γέροντας μη θέλοντας να ντροπιάσει τον κλέπτη απομακρύνθηκε με κάποια πρόφασηγια να του δώσει καιρό να τα κρύψει. Σαν γύρισε άρχισε να κουβεντιάζει μαζί του για πράγματα εντελώς άσχετα με την κλοπή.
Μα οι γνωστοί του, που έμαθαν το πάθημα του, φρόντισαν και βρήκαν τον κλέπτη και τον έβαλαν στην φυλακή, χωρίς εκείνος να πάρει είδηση. Όταν έμαθε ο Ερημίτης πως ο γείτονας του βρισκόταν στη φυλακή για άγνωστη σ’ αυτόν αιτία, πήγε στον ηγούμενο του Κοινοβίου και τον παρακάλεσε να του δώσει δύο ψωμιά και λίγα αυγά. Εκείνος του τα έδωσε πρόθυμα νομίζοντας πως είχε να φιλοξενήσει ξένους.
Ο καλός Γέροντας έβαλε τα τρόφιμα σ’ ένα καλάθι, κατέβηκε στην πόλη και πήγε να δει τον γείτονα του στη φυλακή. Βλέποντας τον εκείνος έπεσε στα πόδια του μετανοημένος και του έλεγε με δάκρυα.
-Συγχώρεσε με, Πάτερ, για σένα βρίσκομαι, όπως μου αξίζει, εδώ σήμερα. Εγώ έκλεψα τα πράγματα σου. Να κι ένα από τα βιβλία σου. Συγχώρησε με.
Ο καημένος ο Γέροντας τα έχασε. Όταν συνήλθε από την πρώτη έκπληξη, του είπε με καλοσύνη.
-Ο Θεός ας σε πληροφορήσει, Αδελφέ μου, πως δεν ήρθα γι’ αυτό σήμερα. Ούτε καν είχα υποπτευθεί πως εξ αιτίας μου σε βάλανε στην φυλακή. Τώρα όμως που μου το λέγεις, θα κάνω ότι μπορώ για να σε βγάλω. Εν τω μεταξύ όμως, φάγε λίγο από τα τρόφιμα που σε έφερα σε τούτο το καλάθι.
Του έδωσε τα αυγά και το ψωμί και έφυγε αμέσως για να φροντίσει να βγάλει τον αδελφό του από την φυλακή και με την βοήθεια του Θεού το πέτυχε.

Όσο φέρνουμε διαρκώς στο νου μας τα κακά που τυχόν μας προξένησαν οι αδελφοί μας, έλεγε ο Όσιος Μακάριος, τόσο απομακρύνουμε τον Θεό απ’ αυτόν. Όταν τα λησμονούμε παρευθύς, δεν τολμούν οι δαίμονες να μας πειράζουν.

Ένας Αδελφός που φιλονίκησε με κάποιον άλλον πήγε στον γείτονα του Γέροντα και του εξομολογήθηκε.
-Ο τάδε αδελφός, Αββά, πολύ με πίκρανε κι ο λογισμός μου με βασανίζει να εκδικηθώ.
-Κλείσου στο κελί σου, Αδελφέ, και μην πάψεις μέρα-νύχτα να προσεύχεσαι για κείνον. Με αυτό  τον τρόπο μόνο θ’ απαλλαγείς από το πάθος που βράζει μέσα σου, τον συμβούλεψε ο Γέρων
Ο αδελφός υπάκουσε και σε μια εβδομάδα μέσα βρήκε τη ψυχική του ηρεμία.

Αν κανείς σε βρίσει, λέγει κάποιος Πατήρ, συ ευλόγησε τον. Αν δεχθεί την ευλογία είναι καλό και για τους δύο. Αν όμως δεν την δεχθεί, εσύ παίρνεις από τον Θεό την ευλογία και μένει σ’ αυτόν η ύβρις.

Ο λόγος ο καλός κάνει τον κακό καλό, έλεγε ο Όσιος Μακάριος, ενώ ο λόγος ο κακός και τον καλόν ερεθίζει.
Κάποτε ο υποτακτικός του Οσίου συνάντησε στον δρόμο του ένα ειδωλολάτρη ιερέα που περπατούσε βιαστικά.
-Αϊ σατανά, που τρέχεις; Του φώναξε απερίσκεπτα.
Εκείνος τότε θύμωσε κι έσπασε το ραβδί του στις πλάτες του καλογέρου, ώσπου τον άφησε μισοπεθαμένο. Σε λίγο φάνηκε κι ο Όσιος στο δρόμο. Βλέποντας τον ειδωλολάτρη να τρέχει τώρα για να κρυφτεί, του φώναξε με καλοσύνη.
-Ο Θεός να σε ευλογεί, προκομμένε άνθρωπε.
Εκείνος στάθηκε σαστισμένος και ρώτησε.
-Τι καλό είδες σε μένα, Αββά, και μιλάς έτσι;
-Σε βλέπω που τρέχεις, του είπε ο Όσιος, λυπάμαι μόνο που δεν έχεις καταλάβει ακόμα πως μάταια κοπιάζεις.
-Η κουβέντα σου γλυκαίνει την ψυχή μου, είπε ήρεμος ο ειδωλολάτρης ώρα. Αυτό είναι σημάδι πως είσαι πράγματι άνθρωπος του Θεού. Πριν από λίγο με βρήκε ένας κακός καλόγερος και χωρίς λόγο με έβρισε. Αλλά κι εγώ τον πλήρωσα καλά. Τον άφησα αναίσθητο από το ξύλο.
Ο Γέροντας κατάλαβε πως αυτός ήταν ο υποτακτικός του. Ψάχνοντας λίγο πιο πέρα τον βρήκε σε κακή κατάσταση. Ζήτησε τότε από τον ειδωλολάτρη να τον βοηθήσει να τον μεταφέρουν στην καλύβα τους. Σαν έφτασα εκεί, εκείνος γύρεψε συγχώρηση από τον Όσιο Μακάριο γιατί είχε κακομεταχειριστεί τον μαθητή του και τον παρακάλεσε να τον κάνει χριστιανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου