Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Ο Όσιος Αβράμιος


Ο Όσιος Αβράμιος από πολύ νέος είχε αφήσει τον κόσμο κι έκανε κατοικία του την έρημο. Εκεί με τους ασκητικούς του αγώνες και με την βοήθεια της Χάρητος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετή.
Ύστερα από πολλά χρόνια που είχε να μάθει νέα από τους δικούς του πληροφορήθηκε πως ο μοναδικός του αδελφός πέθανε κι άφησε μια μικρή θυγατέρα, όχι μεγαλύτερη από έξη ή επτά χρονών. Ένας φίλος του Οσίου περιμάζεψε το ορφανό και πήγε στην έρημο.
Ο Ερημίτης παρ’ όλη τη σκληρή ζωή που έκανε, είχε πολύ  τρυφερή καρδιά. Συμπόνεσε την πεντάρφανη παιδούλα, που δεν βρισκόταν σπλαχνική ψυχή να την προστατεύσει και την κράτησε κοντά του, αψηφώντας όλες τις δυσκολίες που είχε ν’ αντιμετωπίσει για να την μεγαλώσει σ’ εκείνον τον απρόσιτο τόπο. Αφότου πήρε την απόφαση να την υιοθετήσει, έγινε για χάρη της τρυφερή μητέρα, πατέρας φιλόστοργος, καλός παιδαγωγός και σοφός διδάσκαλος. Έκτισε γι αυτήν ένα μικρό βολικό σπιτάκι δίπλα
στο ερημικό κελί του. Φρόντιζε να μην λείπει τίποτε από εκείνα που χρειάζεται ένα μικρό παιδί για να μεγαλώσει, υγιεινή τροφή και κατάλληλη ενδυμασία. Της μάθαινε γράμματα και την ανέτρεφε χριστιανικά, καλλιεργώντας την άπλαστη ψυχή της με καθημερινή διδασκαλία. Την αγάπησε πολύ με τον καιρό και επιθυμούσε να την κάνει πρότυπο αρετής και ευσεβείας, για να ιδεί μια πραγματική ασκήτρια, δεύτερη οσία Σάρρα, που ήταν τότε ξακουστή σ’ ολόκληρη την Αίγυπτο για την σοφία και την αγιότητα του βίου της.
Τα χρόνια κυλούσαν γρήγορα και η Μαρία –έτσι έλεγαν την ορφανή παιδούλα- μεγάλωνε και έδειχνε πως θα γινόταν, όπως περίμενε τουλάχιστον ο θείος της μια συνετή κοπέλα.
Μα ο διάβολος φθόνησε το έργο του Οσίου Αβραμίου κι έβαλε τα δυνατά του να κάνει την ίδια προστατευόμενη του να τον ποτίσει με το πιο πικρό φαρμάκι, για να μετανοήσει για την καλοσύνη του και να χάσει τον μισθό του.
Ένας νεαρός υποκριτής άρχισε να συχνάζει στο ησυχαστήριο του Οσίου, για να παίρνει δήθεν τις σοφές συμβουλές του. Στην πραγματικότητα όμως  σύχναζε, γιατί είχε ιδεί κάποτε την όμορφη κόρη και ήταν βέβαιος πως, απονήρευτη καθώς φαινόταν, δεν ήθελε πολύ να την ξεγελάσει. Και το κακό δεν άργησε να γίνει.  

Αμέριμνος ο όσιος επήγε για λίγες μέρες πολύ βαθιά στην έρημο. Παλιά συνήθεια του. Εκεί έκανε τις πνευματικές του ασκήσεις προσευχή και ψυχική ανάταση. Ωστόσο η Μαρία έμεινε ολομόναχη. Το όργανο του σατανά από την άλλη μεριά καιροφυλακτούσε. Βρήκε την πιο κατάλληλη περίσταση και με δόλ, όπως ο όφις την έκανε υποχείριο του. Ύστερα όπως συμβαίνει πάντα, ο ένοχος φρόντισε να εξαφανιστεί. Τότε η νέα ήλθε στον εαυτό της και είδε πως είχε κυλιστεί στην λάσπη. Μα ήταν πια αργά. Αναλογιζόταν που είχε πέσει και την έπιανε ανατριχίλα. Και αντί να μετανοήσει η δυστυχισμένη και να καταφύγει με ταπείνωση στο θείο έλεος, ρίχτηκε ολόκληρη στην αγκαλιά της μαύρης απελπισίας. Έβλεπε γύρω της την αγιότητα να την κρίνει αμείλικτα, την έρημο να την ελέγχει, κι άκουγε το Σατανά να ψιθυρίζει διαρκώς στον ταραγμένο λογισμό της.
-Σωτηρία δεν υπάρχει πιά για σένα. Είσαι οριστικά χαμένη.
Ω, αν μπορούσε να μην άκουγε τη φωνή να της επαναλαμβάνει διαρκώς, μονότονα, χαιρέκακα, χωρίς οίκτο.
-Είσαι οριστικά χαμένη.
Και η τραγική κοπέλα αναζήτησε τη λύτρωση στη φυγή. Χάθηκε μέσα στη μαύρη νύχτα, χωρίς ν’ αφήσει ίχνη πουθενά.
Στο διάστημα αυτό ο Όσιος είχε αποξενωθεί ολωσδιόλου από κάθε γήινη φροντίδα. Το πνεύμα του ανέβηκε στον άυλο κόσμο. Η ψυχή του βρισκότανε σε διαρκή έκσταση.
Την Τρίτη ημέρα άρχισε να αισθάνεται κόπωση στο σώμα και στο πνεύμα. Άφησε για λίγο την προσευχή, εκάθησε σε μια μεγάλη πέτρα, ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα κι αποκοιμήθηκε. Πόση ώρα πέρασε δεν κατάλαβε. Ξαφνικά τινάχτηκε κατατρομαγμένος. Ένα παράξενο όνειρο τον συγκλόνισε. Του φάνηκε πως ήταν στον μικρό κήπο της Μαρίας και την περίμενε κάτω από την αμυγδαλιά να την διαβάσει, όπως έκανε τον καιρό που ήταν μικρή. Λίγο πιο πέρα επάνω στο φράκτη χοροπηδούσε ένα κάτασπρο περιστέρι. Φαινότανε να καμαρώνει την ασπράδα του, που φεγγοβολούσε κάτω από τις ολόλαμπρες ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου. Μα ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, πετάχτηκε από την τρύπα του ένα μεγάλο φίδι. Μ’ ένα επιδέξιο ελιγμό άρπαξε στο τεράστιο στόμα του το αμέριμνο περιστεράκι, το κατάπιε με μιας ολόκληρο κι’ εξαφανίστηκε πάλι στην φωλιά του.
-Α, έκανε λυπημένος ο πονετικός Γέροντας.
Και παίρνοντας το ραβδί του στο χέρι ανακάλυψε την τρύπα του φοβερού ερπετού. Εκείνο τότε, σαν να πιεζόταν από μυστηριώδη δύναμη, πετάχτηκε πάλι έξω κι’ έβγαλε απ’ τα σπλάχνα του ζωντανό το περιστέρι. Ακέραιο και κάτασπρο σαν πρώτα, μόνο με τις όμορφες φτερούγες του λίγο τσαλακωμένες.
Επηρεασμένος από το όνειρο ο Όσιος, ένοιωσε ανησυχία στην ψυχή του. Άθελα του ο λογισμός του έτρεξε στη Μαρία. «Κάτι κακό θα της συμβαίνει» μονολογούσε στενοχωρημένος.
Χωρίς να χάσει καιρό πήρε το ραβδί του και ξεκίνησε για την κατοικία του. Μόλις έφθασε, επήγε κατ’ ευθείαν κι κτύπησε την πόρτα της Μαρίας. Μέσα στο μικρό σπιτάκι βασίλευε απόλυτη σιωπή. Ανήσυχος έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Το σπιτάκι ήταν έρημο. Πήγε στον κήπο, έψαξε παντού, όπου συνήθιζε να συχνάζει εκείνη. Τίποτε. Παντού ερημιά. Απόλυτη σιγή. Πέρασε η νύχτα εκείνη με αγωνία. Την επομένη περίμενε με βεβαιότητα τον ερχομό της. Το ίδιο και την άλλη. Εκείνη όμως δεν φαινότανε πουθενά. Τώρα πια δεν υπήρχε αμφιβολία, ότι η Μαρία είχε φύγει. Η παιδούλα που με τόση στοργή είχε μεγαλώσει έπεσε στα δίχτυα του νοητού δράκοντα. Το φίδι και το περιστέρι δεν έφευγαν από το νού του πονεμένου Γέροντα.
Ήταν απαρηγόρητος. Δυο ολόκληρα χρόνια το δάκρυ δεν στέγνωσε στα μάτια του. Σπάραζε η καρδιά του καθώς έφερνε στην σκέψη του τους ψυχικούς και σωματικούς κινδύνους, στους οποίους ήταν εκτεθειμένη η απροστάτευτη κόρη. Έστειλε σε πολλούς τόπους γνωστούς του ανθρώπους να την αναζητήσουν. Ο ίδιος κλείστηκε στο κελί του κι έβρισκε ανακούφιση μόνο στην προσευχή. Τριπλασίασε τους ασκητικούς του αγώνες. Καταπονούσε το γεροντικό του κορμό, για να λυπηθεί ο Χριστός, να τον ακούσει και να επαναφέρει στη μάντρα του το χαμένο πρόβατο.
Ύστερα από δυο χρόνια φάνηκε μια μέρα στο κελί του ένας φίλος του, απ’ εκείνους που συμμερίζονταν τον πόνο του κι’ ερευνούσαν για την κόρη. Τα νέα που του έφερνε ήταν όσο δεν μπορούσε να φανταστεί ο αγαθός Γέροντας δυσάρεστα. Η Μαρία βρέθηκε στην Αϊσό –πόλη μακρινή- κλεισμένη σ’ ένα σπίτι αμαρτίας. Είχε γίνει γυναίκα του δρόμου, μ’ άλλα λόγια.
Δίκοπο μαχαίρι αν περνούσε μέσα από την καρδιά του, δεν θα την έκανε τόσα κομμάτια όσο αυτή η είδηση. Προσπάθησε όμως να δώσει κουράγιο στον εαυτό του, για να μην συντριβεί οριστικά.
-Ας είναι, ψιθύρισε. Τουλάχιστον βρέθηκε.
Κι επήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινε να την τραβήξει από τον βούρκο, έστω κι αν έπρεπε να μπεί κι ο ίδιος μέσα και ν’ αναπνεύσει όλη τη δυσοσμία του. Έπρεπε να τη σώσει, να τη φέρει πίσω στο λιμάνι της ησυχίας, στην αγιασμένη έρημο.
-Χριστέ μου, Συ που κατέβηκες στ γη για τους παραστρατημένους, βοήθησε με στη δύσκολη αποδημία μου, προσευχήθηκε με την ψυχή του.
Χωρίς να σπαταλά καιρό σε σχέδια και σκέψεις, δανείστηκε από τον φίλο του λίγα νομίσματα και μια παλιά στρατιωτική φορεσιά, νοίκιασε ένα γρήγορο άλογο και κατέβηκε στην πόλη. Εκείνος που για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν είχε βγεί από την πόρτα του κελιού του, παρά μόνο για ν’ αποτραβιέται στην πιο βαθιά έρημο, περιπλανιόταν τώρα μέσα στους δρόμους της άγνωστης πολιτείας κι ερωτούσε τους διαβάτες –ω πόση είναι η δύναμη της αγάπης! Που είναι το σπίτι της αμαρτίας. Όταν το βρήκε, πήρε ύφος σαρκολάτρη γέροντα, πήγε κατ’ ευθείαν στον διευθυντή, του έδωσε κάμποσα νομίσματα και παρήγγειλε πλούσιο γεύμα με την όμορφη κοπέλα. Εκείνος το κοίταξε από τα νύχια ως την κορφή με φανερή αηδία.
-Δεν ντρέπεσαι τουλάχιστον τα’ άσπρα σου μαλλιά; Σιγομουρμούρισε.
Για να μην χάσει το πελάτη όμως, προθυμοποιήθηκε να τον περιποιηθεί. Ό Άγιος είδε το βλέμμα του παράνομου αυτού ανθρώπου όλη την περιφρόνηση και η ψυχή του έκλαψε.
-Χριστέ μου, προσευχήθηκε ενδόμυχα, κοίτα την ταπείνωση μου και κάνε να πετύχει η δύσκολη αποστολή μου.
Για να μην δώσει καμία υποψία, κάθισε κι έφαγε το κρέας και τα’ άλλα φαγητά που του είχαν ετοιμάσει και ήπιε όλο το κρασί. Και να σκεφτεί κανείς πως τόσα χρόνια στην έρημο τρεφόταν με ξερό ψωμί κι αλάτι κι έπινε το νερό με μέτρο. Τέλος τον οδήγησαν στο δωμάτιο της αμαρτωλής. Εκείνη τον υποδέχτηκε με όλη την αναίδεια των γυναικών του είδους της και με αρκετή δόση ειρωνείας. Της έκαναν εντύπωση τα κάτασπρα μαλλιά και τα γένια του. Εκείνος πάλι, βλέποντας την στην ελεεινή αυτή κατάσταση, αγωνίζονταν να καταπιεί τα δάκρυα του, για να μην φανερωθεί παράκαιρα. Αυτό πέρασε για δισταγμό η αμαρτωλή και για να τον ενθαρρύνει πήγε να τον αγκαλιάσει. Τότε έμεινε σαν κεραυνόπληκτη από την κατάπληξη. Ο  Άγιος είχε διάχυτη πάνω του την αγνή ευωδία της ερήμου, την τόσο γνώριμη στην ίδια. Η ευωδία αυτή σκέπαζε εκείνη τη στιγμή όλη τη κακοσμία των δικών της τεχνικών αρωμάτων.
Ο Όσιος κατάλαβε ευθύς τι γινότανε μέσα της κι αφήνοντας κατά μέρος την προσποίηση, της μίλησε με πολύ πόνο στην ψυχή του.
-Μαρία, παιδί μου, δε με αναγνώρισες; Για χάρη σου άφησα την έρημο, την ησυχία και ήλθα σε αυτό το καταγώγιο, για να σου δείξω το δρόμο της μετανοίας και της επιστροφής. Λυπήσου με τον γέροντα και μην πικραίνεις άλλο τα τελευταία χρόνια της ζωής μου. Μη παραβλέψεις τον κόπο και τον εξευτελισμό που πέρασα για σένα.
Η παραστρατημένη κόρη ευχόταν ν’ άνοιγε την ώρα εκείνη η γη να την κατάπινε παρά να στέκει αντικριστά σ’ εκείνον που την είχε διδάξει την αγνότητα και την συστολή. Δεν τολμούσε από την ντροπή της να σηκώσει τα μάτια της να το δει, ούτε λέξη να αρθρώσει. Έμεινε ακίνητη, αμίλητη, πολλή ώρα. Σωστό ανάγλυφο εκπλήξεως και πόνου. Το τι συντελέστηκε στον εσωτερικό της κόσμο δεν περιγράφεται. Όταν συνήλθε από τον πρώτο κλονισμό, έπεσε στα πόδια του Αγίου Γέροντα και, σαν την πόρνη του Ευαγγελίου, τα έβρεχε με τα δάκρυα της. Η καρδιά της συντρίφτηκε. Ω, πως ήθελε το λυτρωμό!
-Υπάρχει για όλους σωτηρία. Κανένα αμάρτημα, καμιά πτώση δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη της θυσίας Εκείνου που σήκωσε στους ώμους Του την ανθρώπινη αθλιότητα, για να την εξιλεώσει, είπε ο Γέροντα. Και είχε τόσα πολλά ακόμα να τη πεί, αλλά δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πριν γίνουν αντιληπτοί από τους ανθρώπους της ασωτίας, βγήκαν κρυφά από μια μικρή μυστική πορτούλα, που ήταν γνωστή στη Μαρία, κι επήραν το δρόμο της επιστροφής.
Η μετάνοια της κόρης ήταν ειλικρινής. Με την χάρη του Θεού και την καθοδήγηση του Αγίου Γέροντα, όχι μόνο στα πρώτα μέτρα αρετής επανήλθε, αλλά κατά πολύ τα ξεπέρασε. Έτσι πραγματοποιήθηκε σ’ αυτή ο παρηγορητικός για όλους τους αμαρτωλούς λόγος του Αποστόλου, «όπου δε πλεόνασε η αμαρτία, υπέρπερίσσευσεν η χάρις».
Ο Όσιος Αβράμιος πέρασε ήσυχος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και ευχαριστημένος για την πρόοδο του πνευματικού του τέκνου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου